Κεφάλαιο 2ο
Στο δρόμο για το εμπορικό, δεν μιλήσαμε καθόλου με την Μαρία αλλά κοιτούσαμε και οι δυό μας έξω απ 'το παράθυρο. Όταν φτάσαμε, κατεβήκαμε, πληρώσαμε τον άνθρωπο μέσα στο ταξί και κατευθυνθήκαμε προς το εμπορικό.
Μπήκαμε μέσα και κοιτούσαμε τα φορέματα σε κάθε βιτρίνα του μαγαζιού. Μέχρι στιγμής είχαμε κοιτάξει τα μισά μαγαζιά. Όταν ξαφνικά, έπεσα απάνω στο φόρεμα που τρελάθηκα! Ήταν ένα κόκκινο-στο χρώμα της φωτιάς-όχι πολύ κοντό, εξώπλατο και στράπλες! Έπαθα την πλάκα μου όταν το είδα και τσίριξα. Έκανα νόημα στη Μαρία να μπούμε μέσα στο μαγαζί.
"Γειά σας!" είπε η νεαρή κοπέλα στο ταμείο, και παίζει να είναι της ηλικίας μας.
''Γειά σας!'' είπαμε εγώ και η Μαρία μαζί.
''Πως θα μπορούσα να σας βοηθήσω;'' ρωτάει με ένα χαμόγελο στα χείλη της.
''Λοιπόν, θα ήθελα εκείνο το ωραίο κόκκινο φόρεμα στην βιτρίνα που έχετε'' είπα γλυκά και της έδειξα με το δάχτυλο μου ποιο εννοώ.
''Ευχαρίστως! Μισό λεπτάκι.'' είπε η κοπέλα και πήγε προς την βιτρίνα. Μου το έδωσε και πήγα να το δοκιμάσω.
Μπήκα μέσα στο δοκιμαστήριο και το έβαλα. Όταν βγαίνω έξω η κοπέλα και η Μαρία με περιμένουν. Όταν με κοιτάνε ανοίγουν και οι δύο τα στόματά τους. Με κοιτούσαν λες και ήμουν καμιά Θεά ξαφνικά ή κάτι τέτοιο.
''Είσαι κούκλα'' μου λέει η Μαρία για να σπάσει την ησυχία.
''Ναι! Σου πάει πολύ.'' μου είπε και η κοπέλα.
Μετά πήγα μπροστά από τον καθρέφτη και κατάλαβα γιατί έμειναν έτσι πριν τα κορίτσια με το στόμα ανοιχτό. Πριν το καταλάβω έμεινα και εγώ να με χαζεύω. Αφού πληρώσαμε, βγήκαμε εγώ με την Μαρία από το μαγαζί και ήμουν πολύ χαρούμενη. Δυστυχώς, όμως μέχρι στιγμής δεν είχαμε βρει κάτι για την Μαρία, αν και είχαμε και την αυριανή ημέρα.
Είχε πάει 7 η ώρα το απόγευμα και αποφασίσαμε να πάρουμε κανά καφέ εκεί και μετά να συνεχίσουμε να ψάχνουμε για το φόρεμά της. Η Μαρία πήρε ένα φραπέ γλυκό με γάλα και εγώ πήρα φραπέ μέτριο με γάλα. Το πήραμε στο χέρι γιατί έπρεπε να συνεχίσουμε για να βρούμε το ιδανικό της φόρεμα που θα τρελάνει τον Κων/νο. Βασικά εγώ ήθελα να συνεχίσουμε γιατί ξέρω ότι η Μαρία δεν είναι και η καλύτερη φίλη με την γυμναστική και ειδικά με το περπάτημα γιατί αν περπατήσει πολύ κουραζεται, αλλά προσπαθώ όσο μπορώ. Με αυτές τις σκέψεις χάθηκα και άρχισα να γελάω έτσι στα ξαφνικά. Εκείνη με κοίταζε με απορία στα μάτια της, μην ξέροντας τι με έκανε να γελάσω έτσι στα ξαφνικά. Αφού με κοίταζε και εγώ γελούσα σαν την χαζή, δεν βλέπαμε μπροστά μας. Ξαφνικά έτσι όπως είμασταν, πέφτω απάνω σε ένα σκληρό στήθος κάποιου, και με την τόση σύγκρουση, ο καφές έφυγε από τα χέρια μου, άνοιξε και χύθηκε απάνω στην γκρι μπλούζα που φορούσε και απάνω στο δικό μου τζιν.
''Εε, όχι ρε γαμώτο είναι και καινούργιο!'' φώναξα κοιτάζοντας το τζιν μου.
"Σόρρυ, αλλά κοίτα πως μου έκανες την μπλούζα μου, κουκλίτσα μου'' φώναξε και με κοίταξε.
Εγώ εκείνη τη στιγμή άρχισα να τα παίρνω άσχημα.
"Πρώτον, μην με ξαναπείς κουκλίτσα ΣΟΥ!, Δεύτερον, ας μην ερχόσουν σαν παλαβός απάνω μου!" είπα και τον βάρεσα στο στήθος, αλλά εκείνος δεν κουνήθηκε καθόλου.
Με κοιτάει και μου πιάνει και τα δύο χέρια μου απ' το καρπό, μου τα σφίγγει και με τραβάει γρήγορα κοντά στο σώμα του. Νιώθω έναν ηλεκτρισμό στα χέρια μου. Καλά μα τι έπαθα;
"Μην με βαράς εμένα κουκλίτσα ΜΟΥ! Γιατί δεν ξέρεις τι μπορώ να σου κάνω" μου είπε στο αυτί και χαμογέλασε πονηρά.
Εκείνη τη στιγμή άρχισα να τα παίρνω πιο άσχημα.
"Άσε με να φύγω, ρε ανώμαλε!" φώναξα και τραβήχτηκα απο κοντά του αλλά και από τα χέρια του. Οι καρποί μου είχαν γίνει κόκκινοι από τη δύναμή του.
Πρωτού προλάβει να με ξαναπιάσει, έκανα ένα βήμα πίσω, σήκωσα το χέρι μου και τον χαστούκισα δυνατά. Χωρίς να το καταλάβω το μισό εμπορικό είχε στρέψει το βλέμμα σε εμένα και εκείνον. Εκείνος, ήταν κατακόκκινος απ' τον θυμό του, αν και ήταν γλυκούλης. Είχε ανοιχτή επιδερμίδα, μαύρα μαλλιά και μπλε μάτια. Δεν είχα ξαναδεί ποτέ μου τόσο όμορφο αγόρι και πριν ολοκληρώσω τις σκέψεις μου, με κολλάει στο πιο κοντινό τοίχο και με κοιτάει. Δεν με αφήνει να φύγω και έχει κολλήσει το σώμα του απάνω μου. Ήταν γυμνασμένος, άλλωστε φαινόταν κιόλας. Εκεί που ο ηλεκτρισμός ήταν μόνο στα χέρια μου, τώρα υπήρχε σε ολόκληρο το σώμα μου. Τα χέρια του πήγαιναν όλο και πιο πίσω, όλο και πιο κάτω και σταμάτησαν λίγο πιο πάνω από τους γοφούς μου. Άρχισα και ίδρωνα και ήταν λες και είχα πάρει φωτιά ολόκληρη και άρχισα να ανασαίνω λίγο πιο γρήγορα..
"Εσύ μπορεί να λες ότι θες, αλλά το σώμα σου λέει άλλα" μου λεει αισθησιακά στο αυτί μου
Άρχισα να ξαναθυμώνω.
"Δεν μας παρατάς λέω εγώ;"
Εκείνος ξαναθύμωσε και έφερε τα πρόσωπά μας κοντά. Έβλεπα μέσα στα μάτια του το μπλε να είχε σκουρίνει αρκετά από το θυμό του. Πήγε να με φιλήσει αλλά κάποιος τον σταμάτησε.
"Ρε μαλάκα, άσε την κοπέλα και πάμε να φύγουμε" του φώναξε και εκείνος τραβήχτηκε από πάνω μου.
"Δεν τελειώσαμε κουκλίτσα ΜΟΥ!" μου λέει και φεύγει με τον φίλο του.
Εγώ τον αγριοκοίταξα αλλά δεν με πρόσεξε γιατί είχε γυρίσει την πλάτη του. Στα ΤΣΑΚΙΔΙΑ να παει ο μαλάκας..
"Ευτυχώς, είσαι καλά! Δεν ήξερα τι να κάνω και μετά είδα τον Κων/νο." μου είπε η Μαρία τρομαγμένα και έπεσε στην αγκαλιά μου αλλά μετά μαλάκωσε.
"Τι δουλειά έχει ο Κων/νος;" την ρώτησα κοιτάζοντά την.
"Είναι κολλητοί Χρυσάνθη,...και του είπα να σε βοηθήσει από εκείνον. Τον λένε Σταύρο και είναι 17" μου είπε. Καλά, η Μαρία μπορεί να μάθει πολλά και στο τσάκα-τσάκα. Οπότε μην παραξενιέστε πως το ξέρει.
"Ωραία, και εγώ τι να κάνω τώρα; Ευχαριστώ τον Κων/νο, αλλά ο άλλος ούτε που με ενδιαφέρει." είπα θυμωμένη. "Πάμε να φύγουμε σε παρακαλώ.." της είπα και με ακολούθησε. Όταν βγήκαμε έξω από το εμπορικό είχε ήδη νυχτώσει..
