Κεφάλαιο 4ο
Πλευρά Σταύρου :
Ήταν Πέμπτη πρωί όταν ξύπνησα από τον ήχο του κινητού μου. Σηκώνομαι με μισή καρδιά από το κρεβάτι μου και το παίρνω από το τραπεζάκι, απέναντι από το κρεβάτι μου, όπου το είχα ακουμπήσει. Το σήκωσα χωρίς να κοιτάξω ποιος είναι, αρκεί να σταματούσε να χτυπούσε με τέτοια μανία.
''Έλα ρε ξύπνα. Που είσαι; Σε έχω πάρει 3 φορές!'' του λέει ο Κων/νος από την άλλη γραμμή.
''Εσύ είσαι ρε μαλάκα; Τι θες 8 η ώρα το πρωί γαμώ την τρέλα μου;'' του απαντάω φωνάζοντας.
''Θέλω να μιλήσουμε για κάτι. Έχει θέμα με μία και δεν ξέρω τι να κάνω ρε φίλε.'' μου λέει.
''Τι έγινε ρε; Ερωτεύτηκες καμία; Εσύ; Δεν το χωράει ο νους μου ρε μαλάκα. Εσύ έκανες σεξ της μίας βραδιάς. Μα καλά ήταν τόσο καλή στο κρεβάτι που αποφάσισες να την κρατήσεις δικιά σου;'' του λέω κοροϊδευτικά.
''Μαλάκα πρόσεξε πως μιλάς για εκείνη και όχι ρε, δεν την έχω πηδήξει καθόλου!'' μου απαντάει νευριασμένος.
Στο άκουσμα των δύο τελευταίων λέξεων έμεινα με το στόμα ανοιχτό. Πραγματικά δεν το χωρούσε ο νους μου με την καμία τώρα. Ο Κων/νος ερωτεύτηκε μία που δεν την έχει ρίξει στο κρεβάτι.
''Ρε, με ακούς;'' με ρωτάει.
''Ναι ρε, απλώς κάτι σκεφτόμουν. Λοιπόν, που θες να συναντηθούμε;'' του λέω.
''Στην γνωστή καφετέρια, ξέρεις εσύ'' μου απαντάει και εγώ έμεινα. Είχαμε να πάμε καιρό σε εκείνη την καφετέρια, μιας και εκεί πηγαίναμε μόνο για να πούμε σοβαρά πράγματα για κορίτσια που μας άρεσαν πολύ. Συνειδητοποίησα ότι δεν έκανε πλάκα και την έβλεπε σαν πριγκίπισσα και όχι σαν κάτι πουτάνες που του ανοίγουν τα πόδια κάθε φορά που πάμε σε κάποιο μπαρ και έρχονται απάνω μας και κολλάνε σαν τις βδέλλες.
''Σε 10 λεπτά θα είμαι εκεί.'' του λέω και το κλείνουμε.
Αφού ετοιμάζομαι στα γρήγορα, κατεβαίνω κάτω, ανεβαίνω απάνω στη μηχανή μου και αρχίζω και τρέχω όσο πιο γρήγορα μπορώ. Σε 5 λεπτά ήμουν εκεί. Μπαίνω μέσα και τον βλέπω χαμένο στις σκέψεις του. Είναι φανερό ότι την σκέφτεται και την θέλει. Κάθομαι απέναντι του και τον κοιτάω.
''Ήρθα'' του φωνάζω για να επανέλθει στην πραγματικότητα.
''Μμμ..'' είπε πάλι σκεπτικός.
''Λοιπόν; Για πες μου τώρα όσα θες να μου πεις.'' τον παροτρύνω για να ξεκινήσει.
''Λοιπόν..Σταύρο ειλικρινά δεν ξέρω τι να κάνω. Μου έχει πάρει το μυαλό! Όλα γύρω μου την θυμίζουν ρε φίλε. Πως την έχω πατήσει έτσι δεν ξέρω. Την θέλω μόνο δικιά μου και κανενός άλλου. Θέλω να την έχω όλη την ώρα απάνω μου και να μην χορταίνω να την φιλάω. Να γεύομαι τα χείλη της απάνω στα δικά μου, να ανατριχιάζω με κάθε της άγγιγμα απάνω μου και να γεμίσουν τα πνεύμονια μου με το άρωμα της." μου λέει με πάθος στα μάτια του.
"Φίλε την έχεις ερωτευτεί τρελά." του λέω με σοβαρό ύφος.
"Λες ρε μαλάκα να μην το έχω καταλάβει;" με ειρωνεύτηκε.
"Πρέπει να κάνεις κάτι για να την κερδίσεις." του λέω με το χαμόγελο στα χείλη μου και τα μάτια του άστραψαν για μια στιγμή αλλά μετά κατέβασε το κεφάλι του.
"Θα 'θελα πολύ, αλλά ξέρεις ότι δεν μπορώ. Εγώ είμαι μίας βραδιάς και αν τα φτιάξω μαζί της θα κάνω σίγουρα καμιά μαλακία και θα την πληγώσω πάρα πολύ και δεν θέλω τα πανέμορφα καστανά ματάκια της να κλαίνε. Θα με σκότωνα τότε." μου είπε και η φωνή του άρχισε να σπάει όσο έφτανε στο τέλος.
"Φίλε, για αυτό είμαι εγώ εδώ για να σε βοηθάω στα εύκολα και στα δύσκολα." του είπα κοιτάζοντας τα μάτια του.
"Σε ευχαριστώ πολύ ρε φίλε!" μου λέει και άρχισε να γελάει. "Λοιπόν, ετοιμάσου γιατί θα πάμε στο εμπορικό." μου λέει και έμεινα με ανοιχτό το στόμα.
"Φίλε, δεν είσαι καλά μου φαίνεται..σιγά μην πάω εγώ στο εμπορικό! Τι είμαι; Καμιά κοπελίτσα;" του λέω φωνάζοντας.
"Ρε, θέλω να δω την Μαρία, άσε με σε παρακαλώ! Και εσύ μπορεις να τραβιέσαι με όσες θες γιατί έχει εκεί κάτι καλές." μου λέει και μου κλείνει το μάτι.
"Ώπα, μισό, περίμενε, τι; Ποιά Μαρία; Την δικιά μας; Στο σχολείο;'' του είπα άφωνος.
"Ναι, για αυτό σου λέω σε παρακαλώ, θέλω να την δω! Άντεξα 3 μήνες και θέλω να την δω." μου λέει εκλιπαρώντας.
"Καλά, και συ πως το ξέρεις πως θα είναι στο εμπορικό ρε;" τον ρωτάω.
"Επειδή προχθές την κάλεσα στο πάρτυ μου γιατί ήθελα να την ξαναδώ, αλλά θέλω και σήμερα το απόγευμα να την δω! Και το ξέρω επειδή ρώτησα μια φίλη της." μου είπε.
Η αλήθεια είναι ότι τον λυπήθηκα πολύ και ήθελα να είναι χαρούμενος και έτσι συμφώνησα μαζί του. Πήγαμε μαζί με την μηχανή μου στο σπίτι μου και κάναμε και οι δυό μας μπάνιο. Ετοιμαστήκαμε και φύγαμε για το εμπορικό. Μπήκαμε μέσα και έμεινα έκπληκτος. Είχε πολλά και διάφορα μαγαζιά μαζί. Τέλος πάντων, όταν φτάσαμε ήταν ήδη 7 παρά και αποφασίσαμε να κάνουμε βόλτες. Εύρισκα κάτι πολύ ωραία κορίτσια αλλά κανένα δεν μου καθόταν και τα είχα πάρει στο κρανίο. Ο Κων/νος σταμάτησε για να πάρει κανα καφέ και μόλις τον πήρε, συνεχίσαμε να περπατάμε. Σε μια στιγμή-δεν ξέρω καν πως-έτσι όπως ήμουν κάποια χτυπάει στο στήθος μου και μ ρίχνει το μισό καφέ της απάνω στη γκρι μου μπλούζα. Αυτή αρχίζει να παραπονιέται για το τζιν της και βαριόμουν να την ακούω να γκρινιάζει. Τέλος πάντων, δεν θυμάμαι και πολλά μόνο που σε μια φάση με χαστούκισε. Δεν είχα ξανανιώσει τόσο θυμό μέσα μου και την κόλλησα στον τοίχο. Άρχισα να την χαϊδεύω στη πλάτη και σταμάτησα λίγο πιο πάνω από τους γοφούς της. Ήταν φανερό ότι το σώμα της είχε πάρει φωτιά αλλά δεν το παραδέχοταν από μόνη της. Της μίλησα και άρχισα να τα χάνω ήταν τόσο όμορφη με αυτά τα καστανόξανθα μαλλια και τα ανοιχτά καφέ μάτια της. Πήγα να την φιλήσω όταν άκουσα τον Κων/νο να μου φωνάζει να την αφήσω. Απομακρύνθηκα αν και δεν το ήθελα. Γύρισα προς το μέρος του και φύγαμε από εκεί.
Βγήκαμε έξω και είχε νυχτώσει. Ανεβήκαμε στη μηχανή και τον πήγα σπίτι του. Έπειτα, έφτασα και στο δικό μου. Μπήκα μέσα στο σπίτι και άρχισα να γδύνομαι. Μπήκα για ένα γρήγορο ντουζ, βγήκα και έβαλα καθαρό μποξεράκι. Ξάπλωσα, σκεπάστηκα και έκλεισα τα μάτια μου. Το μόνο που μπορούσα να δω ήταν η μορφή της και με έκανε να ανάβω μόνο και μόνο που την σκεφτόμουν. Ήξερα ότι αυτή η νύχτα θα ήταν πολύ δύσκολη για εμένα.
