Κεφάλαιο 7ο
Χρυσάνθη :
Ξύπνησα την Παρασκευή το πρωί και ήμουν ολόκληρη μούσκεμα. Μάλλον φταίει το ότι ονειρευόμουν τον Σταύρο να με φιλάει. Κάτσε μισό λεπτό...τι είπα μόλις τώρα; Όχι όχι δεν γίνεται ρε γαμώτο. Δεν το πιστεύω, γιατί σε μένα; Πφφφ... Σηκώνομαι από το κρεβάτι και πηγαίνω στο μπάνιο, πλένω το πρόσωπό μου και τα δόντια μου. Μπαίνω στη ντουζιέρα και κάνω ένα ντουζ για να φύγει η μυρωδιά και ο ιδρώτας από πάνω μου. Τυλίγω μια καθαρή πετσέτα γύρω μου και μπαίνω μέσα στο δωμάτιό μου. Πηγαίνω προς την ντουλάπα μου, την ανοίγω, βγάζω καθαρά εσώρουχα και ρούχα. Βάζω το γκρι μου το κάπρι και ένα ραντάκι μοβ. Βγαίνω από το δωμάτιό μου και κατευθύνομαι προς την κουζίνα.
''Καλημέρα!'' λέω και χαμογελάω.
''Καλημέρα κοριτσάκι μου, πως κοιμήθηκες;'' με ρώτησε με περιέργεια.
''Μια χαρά μπαμπά, πολύ καλύτερα.'' του απαντάω.
''Καλημέρα αγγελούδι μου.'' είπε η μαμά μου χαμογελώντας καθώς έφερνε το πιάτο με τα αυγά μου και μου έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο.
"Γεια σου μανούλα, πως κοιμήθηκες; Καλά;" την ρώτησα και με κοίταξε
"Ναι, μια χαρά αγάπη μου, σε ευχαριστώ που ρώτησες." είπε και με κοίταξε κάπως περίεργα.
Εγώ άρχισα να τρώω γρήγορα μέχρι που άκουσα το κουδούνι στην πόρτα.
"Ανοίγω εγώ!" είπα γρήγορα και πετάχτηκα από την θέση μου.
Πήγα προς την πόρτα και την άνοιξα. Ήταν η Μαρία με ένα χαμόγελο στα χείλη της.
"Καλημέρα αγάπη μου." είπε και φιληθήκαμε σταυρωτά.
"Καλημέρα μωρό μουυ!" είπα και γω με ένα χαμόγελο στα χείλη.
Μπήκε μέσα και προχώρησε προς την κουζίνα.
"Γεια σας και καλημέρα κύριε Χρήστο και κυρία Κατερίνα." είπε και γέλασε.
Οι γονείς μου την κοίταξαν και της χαμογέλασαν.
"Καλημέρα και σε εσένα Μαρία." είπαν και οι δύο μαζί.
"Έχεις φάει;" την ρώτησα και την κοίταξα.
"Ναι καλέ! Μην ανησυχείς!" είπε και άρπαξε ένα μικρό κρουασάν που είχαμε πάνω στο τραπέζι και άρχισε να το τρώει λαίμαργα.
Εγώ είχα σκάσει στα γέλια αν και οι γονείς μου χαμογελούσαν γιατί το είχαν συνηθίσει πια τόσες φορές που το έκανε. Κι όμως για εμένα δεν πάλιωνε ποτέ!
Αφού έφαγε και άλλο ένα και σταμάτησα να γελάω ανεβήκαμε απάνω στο δωμάτιό μου να συζητήσουμε και να αποφασίσουμε τι θα κάνουμε μέχρι το βράδυ που είναι το πάρτυ.
''Λοιπόν, τι θες να κάνουμε;'' με ρώτησε και ξάπλωσε στο κρεβάτι μου.
''Πρώτα απ' όλα πρέπει να πάμε για το φόρεμά σου!'' της είπα και γούρλωσα τα μάτια μου, μιας και το είχα ξεχάσει τελείως.
''Χαχαχ, σιγά καλέ ηρέμησε! Το έχω βρει το φόρεμα. Πήγα πιο πριν στο εμπορικό και μου το κράτησε η Ελένη.'' μου είπε με ένα χαμόγελο και ας κοιτούσε το ταβάνι.
''Ποια είναι η Ελένη;'' την ρώτησα καθώς έπιανα τα μαλλιά μου μια χαλαρή αλογοουρά.
''Ααα, ναι δεν σου είπα. Είναι η κοπέλα στο μαγαζί που πήραμε το φόρεμα σου εχθές.'' μου είπε και έκατσε οκλαδόν στο κρεβάτι.
''Ααα, αλήθεια; Ωραία, βλέπω γνωριστήκατε.'' της είπα καθώς την κοιτούσα μέσα από τον καθρέφτη.
''Ναιι, και θα πάμε να πάρουμε το φόρεμα από εκεί το απόγευμα καιι...επίσης της είπα να έρθει μαζί μας στο πάρτυ το βράδυ. Θα την πάρουμε και εκείνη και θα έρθουμε όλες εδώ μαζί να ετοιμαστούμε.'' μου είπε και χαμογέλασε αχνά. ''Δεν σε πειράζει έτσι;'' μου είπε και το ύφος της σοβάρεψε.
''Όχι καλέ, τι να με πειράζει; Άλλωστε φαίνεται πολύ καλό κορίτσι.'' της είπα και της χαμογέλασα ξανά μέσα από τον καθρέφτη. ''Αλλά δεν πιστεύω να πειράζει τον Κωνσταντίνο έτσι;'' της είπα και σοβάρεψα.
''Μπαα, δεν νομίζω. Άλλωστε, εγώ είμαι, δεν νομίζω να τον πειράξει.'' μου είπε με σοβαρό ύφος και κοίταξε κάτω.
''Γιατί τι του είσαι Μαρία; Του είσαι κάτι;'' την ρώτησα και γύρισα να την κοιτάξω στα μάτια, αλλά εκείνη συνέχιζε να έχει το κεφάλι κάτω.
Και τότε μου εξήγησε. Μου εξήγησε τα πάντα. Το πρωί της Τρίτης που έπεσε απάνω στον Σταύρο καταλάθως στο σουπερμάρκετ, το μεσημέρι που τον συνάντησε στο δρόμο και την βοήθησε, στο σπίτι της που την κάλεσε στο πάρτυ, την στιγμή που την κόλλησε στο ψυγείο και άρχισε να την φιλάει παθιασμένα, την ώρα που μπήκε ο πατέρας της στο σπίτι και σταμάτησαν και τον συνόδευσε έξω. Μετά μου είπε τι έγινε στο εμπορικό που έπεσε απάνω του προσπαθώντας να με βοηθήσει. Όταν τελείωσε να μου τα λέει, την κοιτούσα παγωμένη γιατί μου ήρθαν όλα γρήγορα και μαζεμένα.
Μετά φυσικά άρχισα να τσιρίζω από την χαρά μου που την φίλησε.
"ΑΑΑΑΑΑ'' τσίριξα και πετάχτηκα από το κρεβάτι και ανέβηκα απάνω και άρχισα να χοροπηδάω.
Η Μαρία με κοίταγε και γέλαγε και σε μια στιγμή πήρε ένα μαξιλάρι κσι με χτύπησε στα πόδια. Το ζώον έβαλε δύναμη και έπεσα απάνω στο κρεβάτι. Γελούσα σαν χαζό και εκείνη την έπιασε νευρικό. Μετά παίξαμε μαξιλαροπόλεμο και στο τέλος γεμίσαμε με πούπουλα. Αφού γελάσαμε για κανα 5λεπτο ακόμα και βγάλαμε τα πούπουλα απο πάνω μας, ξανακαθίσαμε στο κρεβάτι.
"Και τώρα είστε μαζί δηλαδή;" την ρωτάω και την κοιτάω στα μάτια.
"Χρυσάνθη, δεν..δεν ξέρω. Δεν το έχουμε συζητήσει καθόλου αυτό." μου είπε και κοίταξε κάτω.
Τότε την αγκάλιασα σφιχτά, και εκείνη το ίδιο.
"Μαρία, θα πάνε όλα καλά" της είπα και αισθάνθηκε μια ανακούφιση.
Την άφησα από την αγκαλιά μου και την κοίταξα.
"Λοιπόν, τι θα κάνουμε;" με ρωτάει χαμογελαστή.
"Λέω να πάμε για κανά καφέ και μετά να περάσουμε από το εμπορικό. Είσαι μέσα;" της λέω και γω χαμογελαστή.
"Μέσα φιλενάδα!" μου είπε και μου έκλεισε το μάτι.
Σηκώθηκα για να αλλάξω ρούχα. Έβαλα ένα μπλε σορτσάκι και ένα μαύρο αμάνικο μπλουζάκι. Έκανα το μαλλί μου έναν κότσο και φόρεσα τα γυαλιά ηλίου μου.
"Έτοιμη;" με ρωτάει η Μαρία.
"Έτοιμη, φιλενάδα!" της απαντάω και βγήκαμε από το δωμάτιό μου.
Κατεβήκαμε κάτω στο σαλόνι όπου έβλεπα τους γονείς μου να είναι αγκαλιά στον καναπέ και να βλέπουν τηλεόραση. Δεν λέω, είναι ωραίο να βλέπω πόσο πολύ αγαπημένους τους γονείς μου αλλά κάποιες φορές το παρακάνουν. Ας πούμε όταν φιλιούνται και είμαι μπροστά. Ωχχ παναγία μου, και μόνο που το σκέφτομαι δεν είμαι καλά. Και τότε με έβγαλε από τις σκέψεις μου, η Μαρία.
"Χρυσάνθηηη, καλέεεε, ξύπνα μωρή χαζήηηη!" άκουγα να μου φωνάζει μεσ' στην μούρη μου.
"Ώπα καλέ! Μα πως φωνάζεις έτσι;" την ρωτάω και την κοιτάω με δολοφονικό βλέμμα.
"Μα δεν ακούς! Εγώ τι φταίω;" μου είπε ήρεμα.
"Ναι, συγνώμη, χάθηκα στις σκέψεις μου." της είπα.
"Κορίτσια, όλα καλά;" ρώτησε ο πατέρας μου.
"Ναι, ναι μια χαρά. Λοιπόν, φεύγουμε εμείς και θα ξανάρθουμε το απόγευμα οκευ;" τους λέω και τους φιλάω.
"Οκευ αγάπη μου, καλά να περάσετε." μου είπαν και οι δύο μαζί.
Βγήκαμε έξω από το σπίτι και πήγαμε με τα πόδια στις καφετέριες, μιας και ήταν κοντά. Μπήκαμε μέσα στη γνωστή καφετέρια που πηγαίνουμε και παραγγείλαμε τους καφέδες μας. Καθίσαμε λίγο, συζητήσαμε για το βράδυ και φύγαμε για το φόρεμα της Μαρίας και για την Ελένη.
Μπήκαμε σε ένα ταξί και σε 20 λεπτά είμασταν στο εμπορικό. Πήγαμε στο μαγαζί της Ελένης και την χαιρετίσαμε. Μπήκαμε μέσα και καθίσαμε για λίγο.
Η Μαρία πήρε το φόρεμά της και πήγε να το βάλει και εγώ συζητούσα με την Ελένη.
"Ελένη λοιπόν ε; Χάρηκα, Χρυσάνθη." της είπα χαμογελώντας καθώς της έδωσα το χέρι μου.
"Και γω χάρηκα!" μου είπε με το χαμόγελο στα χείλη της, καθώς μου ανταπέδωσε την χειραψία.
Εκείνη την στιγμή, βγήκε η Μαρία. Θεέ μου, έμεινα. Μαζί και η Ελένη!
"Πείτε κάτι καλέ!" μας είπε καθώς ένα μεγάλο χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη της, όταν είδε τις φάτσες μας.
"Ουαου!" κατάφερα να πω εγώ.
"Σου πάει τόσο πολύ Μαρίααα!" αναφώνησε η Ελένη γεμάτη χαρά.
Όντως, της πήγαινε και ήταν πολύ όμορφη παρόλο που ήταν μαύρο, κλειστό και μακρύ. Γιατί ξέρω ότι η Μαρία ντρέπεται να την κοιτάζουν, αλλά χαζομάρες. Έχει λίγη κοιλίτσα, πλούσιο μπούστο και ωραίο πισινό. Τι άλλο να ζητήσει κάποια; Αλλά ξέρω ότι δεν της αρέσει να την κοιτάνε και πολύ τα αντρικά βλέμματα, αλλά την κατανοώ απόλυτα.
Αφού το έβγαλε το πληρώσαμε, έκλεισε το μαγαζί η Ελένη και βγήκαμε από το εμπορικό. Η ώρα ήταν 4 το απόγευμα και το παρτυ στις 10 το βράδυ και έπρεπε να προλάβουμε! Μπήκαμε στο ταξί και σε 30 λεπτά είμασταν έξω από το σπίτι μου.
Βγήκαμε έξω από το ταξί, το πλήρωσε η Ελένη και άνοιξα την πόρτα και μπήκαμε μέσα. Ήταν παράξενο γιατί επικρατούσε μια ησυχία. Έκλεισα την πόρτα και κατευθύνθηκα προς την κουζίνα.
"Μαμά; Μπαμπά;" φώναξα 4 φορές αλλά δεν ακούστηκε τίποτα.
"Εεε, κορίτσια ελάτε λίγο να δείτε." είπε η Ελένη όπου ήταν στο σαλόνι.
Πήγαμε προς τα εκεί και την είδα να κρατάει ένα μικρό χαρτάκι. Μου το έδωσε και άρχισα να διαβάζω :
Χρυσάνθη αγάπη μου, εγώ και ο πατέρας σου πήγαμε μια βολτούλα οπότε μην ανησυχήσεις! Αν πεινάσετε έχει λεφτά στην κουζίνα για να πάρετε κάτι να φάτε. Μην μας περιμένεις γιατί θα αργήσουμε. Καλά να περάσετε το βράδυ στο πάρτυ.
Πολλά φιλάκια, η Μαμά σου.
Έκλεισα το χαρτάκι και πήγα στην κουζίνα και είδα τα λεφτά. Με ακολούθησαν και οι άλλες δύο.
"Λοιπόν, πίτσα;" τις ρωτάω.
"Πίτσα!" φωνάζουν και οι δύο με μια φωνή.
Η πίτσα δν άργησε να έρθει και καθίσαμε και την φάγαμε. Αφού τελειώσαμε η ώρα ήταν 5 και 10 και έπρεπε να βιαστούμε.
Όσο εγώ μάζευα, η Μαρία ήταν στο δωμάτιό μου και έκανε μπάνιο και η Ελένη καθόταν και έβλεπε κάτι στην τηλεόραση. Μόλις τελείωσα και εγώ, έκατσα μαζί με την Ελένη και να χαζεύουμε.
Μετά από 45 λεπτά η Μαρία φώναξε την Ελένη να μπει εκείνη.
Εγώ και η Ελένη σηκωθήκαμε και πήγαμε πάνω στο δωμάτιό μου. Η Μαρία είχε βάλει κάτι πρόχειρα δικά μου ρούχα και είχε ξαπλώσει στο κρεβάτι μου και κοιτούσε το ταβάνι σκεπτική. Η Ελένη, πήρε πετσέτες και μπήκε μέσα στο μπάνιο, ενώ εγώ πήγα και ξάπλωσα δίπλα στην Μαρία.
"Τι σκέφτεσαι;" της είπα.
"Τον Κωνσταντίνο." ήταν η απάντησή της.
Δεν την ρώτησα κάτι παραπάνω, παρά μόνο την τράβηξα πιο κοντά μου και την πήρα αγκαλιά.
"Όλα θα πάνε μια χαρά γλυκιά μου!" της είπα.
Για απάντηση πήρα μόνο τα δάκρυα της και τις βαριές ανάσες που προσπαθούσε να πάρει επειδή έκλαιγε.
Τότε την έσφιξα περισσότερο στην αγκαλιά μου.
"Σσσσ, ηρέμησε." της έλεγα καθώς χάϊδευα τα μαλλιά της.
Όμως έκλαιγε περισσότερο. Σε μια στιγμή κατάφερε να μιλήσει.
"Και...και α..αν με βλέπει σαν...σαν τις άλλες που...που έχει στο κρε...στο κρεβάτι του κάθε...κάθε βράδυ;" μου είπε και τα δάκρυα δεν σταματούσαν να κυλάνε.
"Δεν νομίζω να σε βλέπει έτσι Μαρία μου. Και αν σε βλέπει έτσι θα του κόψω τα πάντα από πάνω του!" της είπα με δολοφονικό τόνο που την έκανε να γελάσει λίγο.
"Δηλαδή και τα χέρια και την γλώσσα;" με ρωτάει.
"Όλααα!" της φωνάζω και την κοιτάω στα μάτια.
"Ναι αλλά τότε πως θα με κρατάει χωρίς χέρια και πως θα μου κάνει γλωσσόφιλο χωρίς γλώσσα;" μου είπε και χαμογέλασε.
"Αυτό σε μάρανε εσένα μωρή.." της είπα και αρχίσαμε να γελάμε σαν τις καθυστερημένες.
"Σε ευχαριστώ πολύυυ" μου λέει και χώνεται μέσα στην αγκαλιά μου.
"Τίποτα καλέ!" της είπα σφίγγοντας την περισσότερο.
Και αυτό ήταν. Αποκοιμήθηκε απάνω μου.
Μετά από 30 λεπτά βγήκε και η Ελένη και μου έκανε νόημα να μπω. Την έβγαλα σιγά σιγά από κοντά μου και την ακούμπησα μαλακά απάνω στο κρεβάτι.
Πήρα πετσέτες και γω και κατευθύνθηκα προς το μπάνιο. Έκλεισα την πόρτα πίσω μου. Κοιτάχτηκα στο καθρέφτη για μια στιγμή και σκεφτόμουν τον Σταύρο. Πήγα να μου δώσω χαστούκι αλλά κρατήθηκα. Μπήκα μέσα στην μπανιέρα και άρχισα να κάνω το σώμα μου και μετά τα μαλλιά μου και σκεφτόμουν πως θα ήταν να ήταν και εκείνος εδώ μαζί μου! Πωπωπω!...μα καλά τι λέω; Πωω Χρυσάνθη σύνελθε επιτέλουςς... Βγήκα, σκουπίστικα και άνοιξα την πόρτα.
Είδα την Ελένη και την Μαρία να ετοιμάζονται.
"Ρε κορίτσια, τι ετοιμάζεστε από τώρα; Τι ώρα είναι;" ρώτησα πανικόβλητη.
"9 είναι Χρυσάνθη." μου είπε η Ελένη.
"Τι; Έκανα 3 ώρες μπάνιο; Ρε με δουλεύετε; Τι στο καλό;" ρωτούσα καθώς έβγαζα το φόρεμα από την ντουλάπα μου.
"Ναι, αλλά θεωρήσαμε οτι δεν ήταν σωστό να σε διακόψουμε γιατί μπορεί να ήθελες να μείνεις λίγο μόνη σου." μου είπε γλυκά η Μαρία και χαμογέλασε.
Οι άλλες είχαν ντυθεί και με περίμεναν. Μετά από λίγο τελείωσα και γω.
Πριν φύγουμε κοιταχτήκαμε στον μεγάλο καθρέφτη.
Η Μαρία είχε κάνει το καστανό μαλλί της σγουρό και είχε βαφτεί ελάχιστα. Είχε φορέσει το μαύρο της φόρεμα με τα άσπρα της τα τακούνια και ήταν κούκλα.
Η Ελένη είχε αφήσει το μαύρο της μαλλί ίσιο και είχε βαφτεί λίγο έντονα για να τονίσει τα καταπράσινα μάτια της και τα χείλη της. Φορούσε το κίτρινο φόρεμά της με τα μπεζ τακούνια και ήταν και αυτή κούκλα.
Εγώ είχα κάνει το καστανόξανθο μαλλί μου ίσιο και είχα βάλει τα βασικά του Μακιγιάζ. Έβαλα το κόκκινο μου φόρεμα με τα μαύρα τακούνια μου και μπορώ να πω με σιγουριά ότι ήμουν και γω μια κούκλα.
"Κορίτσια είμαστε ΘΕΕΣ!" αναφώνησε όλο χαρά η Ελένη και εμείς γνέψαμε καταφατικά.
Πήραμε όλες μας τα μικρά άσπρα τσαντάκια μας, με τα απαραίτητα και βγήκαμε από το σπίτι. Κλείδωσα την πόρτα και μπήκαμε μέσα στο ταξί με το χαμόγελο στα χείλη μας.
Η Μαρία είπε την διεύθυνση στον ευγενικό κύριο που οδηγούσε και έβαλε μπρος. Είχα ένα προαίσθημα ότι θα περνούσαμε τέλεια!
