Kεφάλαιο 8o
Η Μαρία είπε την διεύθυνση στον ευγενικό κύριο που οδηγούσε και έβαλε μπρος. Είχα ένα αίσθημα ότι θα περάσουμε τέλεια.
''Κορίτσια, είστε ενθουσιασμένες;'' αναφώνησε όλο χαρά η Μαρία και γύρισα και την κοίταξα.
''Εγώ είμαι πάρα πολύ, και πάλι ευχαριστώ που με καλέσατε.'' είπε η Ελένη με ένα χαμόγελο στα χείλη της.
Εγώ κοιτούσα κάτω τα πόδια μου και χαμογελούσα.
''Χρυσάνθη; Είσαι καλά;'' με ρώτησε αγχωμένη.
''Ναι καλέ, μην ανησυχείς!'' της λέω και την κοιτάω. ''Απλώς φοβάμαι λίγο, γιατί ξέρεις ότι δεν πολυπηγαίνω σε πάρτυ και ειδικά με τους συμμαθητές μας και τέτοια.'' της είπα καθώς κοιτούσα πάλι κάτω.
''Δεν έχεις να φοβάσαι τίποτα, εγώ είμαι εδώ αλλά και η Ελένη, ντάξει;'' μου είπε και με πήρε αγκαλιά.
''Σε ευχαριστώ πολύ'' της είπα και της ανταπέδωσα την αγκαλιά.
''Κορίτσια, συγνώμη που διακόπτω την στιγμή, αλλά φτάσαμε.'' μας είπε ο κύριος και χαμογέλασε καθώς μας κοιτούσε από τον καθρέφτη του.
''Ευχαριστούμε πολύ'' λέγαμε μία-μία καθώς βγαίναμε από το ταξί.
Τον πλήρωσε η Μαρία και κατευθυνθήκαμε προς το σπίτι. Έμεινα με το στόμα ανοιχτό! Ήταν τεράστιο, σαν παλάτι. Απέξω είχε μία τεράστια σιδερένια άσπρη πόρτα και μέσα ένα τεράστιο κήπο που τον είχαν καλύψει με πολλά μπαλόνια, διάφορα χρώματα, με ζερπατίνες και τα λοιπά...
Την πόρτα μας την άνοιξε ο Κωνσταντίνος και μας υποδέχτηκε.
''Καλησπέρα κορίτσια!'' είπε ενθουσιασμένος και κοίταξε την Μαρία.
''Καλησπέρα Κωνσταντίνε!'' είπε η Μαρία με ένα πλατύ χαμόγελο.
''Γεια σου Κωνσταντίνε'' είπα κάπως ντροπαλή.
''Γεια σου, χάρηκα Ελένη.'' είπε η Ελένη και του χαμογέλασε αχνά.
''Γεια σου, Χρυσάνθη χαίρομαι που σε ξαναβλέπω.'' μ είπε και χαμογέλασε. ''Γεια σου Ελένη, χάρηκα και γω.'' είπε και την κοίταξε με ένα αχνό χαμόγελο και εκείνος. ''Περάστε μέσα'' είπε και μας έκανε νόημα.
Τελικά ο κήπος ήταν μεγαλύτερος από ότι φανταζόμουν. Είχε και διάφορα λουλούδια που τον στόλιζαν. Προχωρήσαμε προς τα μέσα και πριν μπούμε ακουγόταν δυνατή μουσική και παιδιά που φώναζαν και γελούσαν. Κοίταξα το κινητό μου. Ήταν 11 η ώρα, η αλήθεια είναι ότι αργήσαμε αλλά δεν μας πείραζε. Ο Κωνσταντίνος μας άνοιξε την πόρτα.
Μέσα το σπίτι ήταν πιο μεγάλο, από ότι ήταν έξω. Είχε ένα τεράστιο σαλόνι και μια τεράστια κουζίνα που ήταν ενωμένες. Στο σαλόνι υπήρχε μια μεγάλη τηλεόραση που από εκεί έπαιζε η μουσική. Είχε 3 άσπρους καναπέδες, στους οποίους υπήρχε και ποτό, το οποίο είχε χυθεί από μερικούς. Σχεδόν σε όλο το χώρο υπήρχαν άνθρωποι που χόρευαν στο ρυθμό της μουσικής. Αριστερά υπήρχε ένα μεγάλο μπαρ. Με αυτά και με αυτά έμεινα μόνη μου. Και η Μαρία και η Ελένη και ο Κωνσταντίνος είχαν εξαφανιστεί.
''Δεν έχεις να φοβάσαι τίποτα, εγώ είμαι εδώ αλλά και η Ελένη, ντάξει;'' έκανα τη φωνή της Μαρίας με κοροιδευτική φωνή, επειδή αυτό μ είχε πει στο ταξί και τώρα καμία από τις δύο δεν ήταν πουθενά! Αχχ, αύριο έχει να πέσει κύρηγμα και στις 2! Αν τις πιάσω στα χέρια μου, δεν ξέρω και γω τι θα γίνει!
Έτσι βγήκα από τις σκέψεις μου. Είχα συνηδειτοποιήσει ότι καθόμουν ακόμα όρθια στην πόρτα και δεν είχα κουνηθεί εκατοστό. Έτσι αποφάσισα να κατευθυνθώ προς το μπαρ και αισθάνθηκα αντρικά βλέμματα και ένα ειδικά συγκεκριμένο να με έχει κάψει με το υπομονετικό του βλέμμα. Αδιαφόρησα πλήρως και κάθισα σε ένα σκαμπό.
''Μία μπύρα παρακαλώ'' είπα και τον κοίταξα.
''Αμέσως κυρία μου'' είπε και μου χαμογέλασε.
Ήταν ομορφούλης. Ψηλός και γεροδεμένος με καστανά μαλλιά και μάτια. Στην ηλικία μου και εκείνος.
''Ορίστε.'' μου είπε και μου την έδωσε.
''Σε ευχαριστώ πολύ.'' του είπα και του χαμογέλασα.
Με κοίταξε. ''Ξέρεις, είσαι πολύ όμορφη.'' είπε και με κοίταξε στα μάτια.
Κοκκίνησα. ''Αλήθεια; Ευχαριστώ'' είπα και κοίταξα κάτω ενώ είχα ένα χαζό χαμόγελο στα χείλη μου.
Άκουσα βήματα να με πλησιάζουν. ''Εεε, αφησέ την ήσυχη και φύγε!'' είπε στον μπάρμαν.
''Ώπα, συγνώμη φίλε, δεν ήξερα ότι ήταν πιασμένη.'' του είπε απολλογώντας.
''Τώρα το ξέρεις, δίνε του!'' του είπε. Μα κάπου την ξέρω αυτή την φωνή.
''Ντάξει ρε Σταύρο, συγνώμη! Αντίο...'' είπε και έφυγε.
Γούρλωσα τα μάτια μου. Περίμενε τι όνομα είπε;...
Έκατσε δίπλα μου. ''Γεια σου και πάλι.'' μου είπε.
''Τι κάνεις εσύ εδώ;'' του είπα με θυμό πίνοντας μια γουλιά.
''Τι εννοείς;'' με ρώτησε.
''Τι δεν καταλαβαίνεις;'' τον ρώτησα και τον κοίταξα θυμωμένη.
''Πρώτα απ' όλα μην μου μιλάς και μην με κοιτάς εμένα έτσι και δεύτερον είναι το πάρτυ του κολλητού μου. Και εγώ έπρεπε να σε ρωτάω 'τι κάνεις εσύ εδώ;' '' μου είπε και με κοίταξε. Το μπλε των ματιών του είχε γίνει σκούρο από το θυμό του.
Υποχώρησα μετά από αυτό. ''Με συγχωρείς.'' του είπα καθώς έσκυψα το κεφάλι μου.
"Ντάξει, δεν πειράζει." μου λέει καθησυχαστικά και με κοιτάει στα μάτια.
Είπια το μισό μπουκάλι και τον κοίταξα. Με κοιτούσε για λίγα λεπτά και χάθηκα μέσα στα μπλε μάτια του για λίγο. Εκείνη την στιγμή έπαιξε ένα από τα αγαπημένα μου τραγούδια. Το 'don't stop the music' της rihanna. Γύρισα και κοίταξα προς το σαλόνι που χόρευαν όλοι.
"Χορεύουμε;" τον ρωτάω και του χαμογελάω.
"Εμμ, δεν είμαι και πολύ του χορού." μου λέει.
"Δεν είσαι του χορού, δεν ξέρεις να χορεύεις ή απλώς δεν θέλεις;" τον ρωτάω και τον κοιτάω.
Εκείνος χαμηλώνει το κεφάλι. Τότε αμέσως κατάλαβα την απάντησή του.
Ακούμπησα το χέρι μου στον ώμο του κ εκείνος έσφιξε το ποτήρι με το ποτό του που είχε στο χέρι του. "Δεν είναι κάτι το δύσκολο, Σταύρο. Απλώς κουνιέσαι στο ρυθμό της μουσικής. Αφήνεις το κορμί σου ελεύθερο." του λέω γλυκά.
Εκείνη την ώρα σηκώνεται πάνω, γυρνάει και με κοιτάει.
"Πάμε." μου λέει αποφασιστικά και χαμογέλασε.
Με άρπαξε από το χέρι και πήγαμε εκεί που ήταν και οι υπόλοιποι. Αρχίσαμε να χορεύουμε στον ρυθμό της μουσικής. Είχε κολλήσει το σώμα του πάνω στο δικό μου. Η πλάτη μου ακουμπούσε στο στέρνο του και τα χέρια του τύλιγαν την κοιλιά μου. Το ένα μου χέρι ακουμπούσε στο λαιμό του και το άλλο το είχα απάνω στο ένα του χέρι. Ήταν υπέροχα. Ένιωθα έναν ηλεκτρισμό σε ολόκληρο το σώμα μου και δεν μπορούσα να τον αποφύγω και ταυτόχρονα έκαιγα από το άγγιγμα του. Έβγαλα έναν αναστεναγμό. Προς το τέλος μου πιάνει το ένα μου χέρι και με γυρνάει ώστε να είμαστε πρόσωπο με πρόσωπο. Κοιτούσα μέσα στα μάτια του και εκείνος τα δικά μου. Τα χέρια του ήταν γύρω από την μέση μου και τα δικά μου ήταν περασμένα στο λαιμό του. Όταν τέλειωσε το τραγούδι με έφερε πιο κοντά του και τα σώματά μας ενώθηκαν. Είμασταν μια στιγμή πριν φιληθούμε και..
''Χρυσάνθη!!'' άκουσα από πίσω μου.
Βγήκα από τα χέρια του και γύρισα να δω ποιός ήταν.
''Ρε Ελένη που ήσουν και σε έψαχνα; Και επίσης που είναι η άλλη η χαζή; Με αφήσατε μόνη μου!'' της φώναζα ενώ κατευθυνόμαστε προς το μπαρ και αφήσαμε τα αγόρια πίσω.
''Σόρρυ βρε Χρυσάνθη μου! Απλώς όταν βλέπω ανθρώπους να χορεύουν και ακούω μουσική, δν κρατιέμαι και χορεύω και εγώ. Καλάα εε, γνώρισα και ένα αγόρι. Πωπωπω, τι να σου λέω. Είναι τόσο καυτός και κούκλος και..'' μου έλεγε όταν την διέκοψα.
''Πρώτον να με προειδοποιείς άλλη φορά, δεύτερον πως τον λένε; Γιατί τον είδα και εγώ και μου φάνηκε νοστιμούλης! Και τρίτον η άλλη η χαζή που έχει πάει;'' την ρωτάω.
"Εντάξει, συγνώμη." μου είπε και κοίταξε κάτω. "Τον λένε Γιάννη και είναι πολύ καλό παιδί" είπε και με κοίταξε ενώ τα μάτια της έλαμπαν ενώ μιλούσε για εκείνον. "Τώρα η Μαρία δεν ξέρω που είναι." μου είπε και ανασήκωσε τους ώμους τις. "Αν παρατηρήσεις όμως λείπει και ο Κωνσταντίνος" είπε και μου έκλεισε το μάτι πονηρά.
Όντως είχε δίκιο. Από την στιγμή που εξαφανίστηκε η Μαρία, και ο Κωνσταντίνος ήταν άφαντος. Μωρέ, δεν πειράζει! Αν είναι ας περάσουν καλά τώρα που έχουν καιρό πριν τους διαλύσουν οι φήμες.
"Χρυσάνθη;" είπε η Ελένη βγάζοντας με από τις σκέψεις μου.
"Έλα" της απαντάω καθώς χάζευα τα διάφορα ποτά που είχε το μπαρ.
"Ποιός ήταν αυτός, με τον οποίο χόρευες;"με ρώτησε.
Γούρλωσα τα μάτια μου και την κοίταξα. " Ποιός; Αυτός; Όχι όχι...φίλος απλώς." της είπα καθώς απέφευγα να διασταυρώσω το βλέμμα μου.
"Οι φίλοι δεν χορεύουν έτσι και ούτε πάνε να φιληθούν στο τέλος του τραγουδιού" μου είπε και την κοίταξα. "Σου αρέσει έτσι;" με ρώτησε και ένα πονηρό χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη της.
"Ελένη, δεν ξέρω πραγματικά τι παίζεται με τον Σταύρο και εμένα αλλά σκάσε." της είπα και άρχισε να γελάει το ζώον.
Το βλέμμα μου γύρισε στο μέρος που χόρευαν όλοι. Δεν είδα ούτε τον Γιάννη, αλλά ούτε τον Σταύρο.
"Ρε Ελένη!" είπα έντρομη. "Που είναι τα αγόρια;" ρώτησα αγχωμένη.
"Ωχ, πραγματικά δεν ξέρω! Πάω να τους ψάξω. Λογικά θα είναι μαζί. Εσύ κάτσε εδώ και διασκέδασε λίγο εντάξει;" μου είπε και έφυγε.
"Θα προσπαθήσω." είπα στον εαυτό μου.
Τότε, φώναξα τον μπάρμαν. Του είπα να βάλει κάτι δυνατό επειδή έπρεπε να τον ξεχάσω. Αυτός ήταν ίδιος με τον Κωνσταντίνο. Και αυτός player. Το μόνο που ήθελε να κάνει εκεί που χορεύαμε ήταν να με ανάψει, να με φιλήσει και να με στείλει έτοιμη στο κρεβάτι. Ευτυχώς που ήρθε και η Ελένη. Τελικά της ήμουν ευγνώμων.
Έπινα το ένα ποτό μετά το άλλο. Έμαθα και το ονοματάκι του μπάρμαν. Θα μπορούσα να κάνω κάτι μαζί του. Γιατί όχι άλλωστε; Δεν φαινόταν ίδιος με τους άλλους. Τελικά Νίκος. Νίκος ήταν το όνομά του.
Με τα τόσα ποτά είχα ξεχάσει και που βρισκόμουν. Ξαφνικά ένιωσα δύο χέρια να με ακουμπάνε στους ώμους. Αυτό. Μετά; Μετά σκοτάδι.
