Kεφάλαιο 9o
Με τα τόσα ποτά είχα ξεχάσει που βρισκόμουν. Ξαφνικά ένιωσα δύο χέρια να ακουμπάνε τους ώμους μου.
''Τι στο καλό;'' είπα ψυθιριστά στον εαυτό μου.
Μετά μαύρισαν όλα.
Ξαφνικά πετάγομαι από το κρεβάτι και ανοίγω τα μάτια μου έντρομη. Κοίταξα το ρολόι στο κομοδίνο δίπλα και ήταν 5 το πρωί. Είχε αρχίσει να με πιάνει ένας τρομερός πονοκέφαλος και ένιωθα ότι πραγματικά θα έσπαγε το κεφάλι μου. Ακούμπησα την πλάτη μου πίσω στο κρεβάτι και έκλεισα τα μάτια μου. Σκόρπιες εικόνες εμφανίζονταν μπροστά μου αλλά δεν μπορούσα να καταλάβω τίποτα.
''Επιτέλους, ξύπνησες.'' είπε μια γνώριμη αντρική φωνή.
Άνοιξα τα μάτια μου και σηκώθηκα με αργές κινήσεις γιατί πονούσε το κεφάλι μου και γύρισα να κοιτάξω τον γνώριμο άντρα. Έκατσα κανονικά στο κρεβάτι και σήκωσα το βλέμμα μου αργά για να τον κοιτάξω, μιας και ήμουν ακόμη αγουροξυπνημένη. Ήταν ο .. περίμενε τι κάνει εδώ αυτός;
''Σταύρο;'' είπα και τον κοίταξα με γουρλωμένα μάτια. ''Τι κάνεις εσύ εδώ;'' τον ρώτησα.
''Εγώ τι κάνω εδώ; Θες μήπως να σου υπενθυμίσω τι έγινε πριν κάτι ώρες;'' με ρώτησε ανεβάζοντας τον τόνο της φωνής του.
''Αν μπορούσες θα σου ήμουν ευγνώμων.'' του είπα σοβαρά και τον κοίταξα σκεπτική.
''Θες να μου πεις δηλαδή ότι δεν θυμάσαι τίποτα;'' με ρώτησε με γουρλωμένα μάτια.
''Εεε, δεν μπορώ να καταλάβω. Είναι όλα τόσο θολά.'' του είπα κατεβάζοντας το κεφάλι μου.
''Δεν πειράζει'' μου είπε και κάθισε στο κρεβάτι, δίπλα μου. ''Έλα να σου φτιάξω ένα καφέ για να χαλαρώσεις λίγο.'' είπε και σηκώθηκε.
Τον πρόλαβα και του άρπαξα τον καρπό. Εκείνος γύρισε και με κοίταξε στα μάτια. Τον κοίταξα και εγώ. ''Σε ευχαριστώ για όλα, αν και ακόμα δεν ξέρω τι έγινε, αλλά σε ευχαριστώ.'' είπα και σηκώθηκα κρατώντας ακόμη τον καρπό του.
Τον κοίταξα μέσα στα γαλάζια του μάτια που με έκαναν να χάνομαι κάθε φορά που τον έβλεπα. Του χαμογέλασα και τον αγκάλιασα. Εκείνος στην αρχή ξαφνιάστηκε αλλά ανταπέδωσε γρήγορα. Μετά από λίγα λεπτά που μου φάνηκαν αιώνες, με έβγαλε από την αγκαλιά του.
"Και λοιπόν, τι λες για εκείνον τον καφέ;" με ρώτησε και είχε ένα λοξό σέξυ χαμόγελο.
"Χμμ, στις 5 η ώρα το πρωί;" τον ειρωνεύτηκα και έπνιξα ένα γελάκι.
"Αα, 5 είναι; Πωπω, πως περνάει έτσι η ώρα." είπε και κοίταζε κάπου αλλού.
"Λοιπόν, τι θα κάνουμε;" τον ρώτησα.
Τα μάτια του καρφώθηκαν απάνω στα δικά μου και ένιωσα για λίγο πως η γη χανόταν κάτω από τα πόδια μου.
"Εσύ μπορείς να κοιμηθείς εδώ στο δωμάτιό μου και γω να πάω να στρώσω στον καναπέ." μου είπε και τα έχασα για λίγο.
"Να κοιμηθώ που;" είπα και κοίταξα γύρω μου.
Δεν ήμουν στο δωμάτιό μου! Στο δωμάτιό που βρισκόμουν ήταν στις αποχρώσεις του γκρι και του μπλε. Είχε ένα διπλό κρεβάτι, δύο κομοδίνα και από τις δύο πλευρές του κρεβατιού. Παραδίπλα υπήρχε ένα μεγάλο ξύλινο γραφείο με πολλά και διάφορα βιβλία ακουμπισμένα. Απέναντι από το γραφείο του είχε μια βιβλιοθήκη και διάφορες αφίσες υπήρχαν σε κάποια μέρη του δωματίου από ποδοσφαιριστές, μπασκετμπολίστες, αλλά και με διάφορες μηχανές. Τι άλλο να περιμένει κανείς από ένα δωμάτιο ενός 17χρονου αγοριού;
"Τώρα το κατάλαβες εσύ;" μου είπε καθώς με έβλεπε να παρατηρώ το δωμάτιο.
"Μα το Θεό, τώρα το παρατήρησα." είπα.
"Τέλος πάντων. Πάω να στρώσω κάτω. Εσύ κάτσε εδώ και ξεκουράσου." είπε και άνοιξε την πόρτα.
"Περίμενε!" του φώναξα και γύρισε να με κκοιτάξει. "Καλύτερα να κοιμηθώ εγώ στον καναπέ, μην σου φορτώνομαι κι όλας." είπα και προχώρησα προς την ανοιχτή πόρτα που είχε ανοίξει ο ίδιος.
"Όχι!" φώναξε και με έπιασε από το μπράτσο καθώς βγήκα στο διάδρομο.
Γύρισα να τον κοιτάξω. "Τι όχι;" τον ρώτησα.
"Εσύ θα κοιμηθείς στο κρεβάτι μου και εγώ στον καναπέ." είπε και με τράβηξε προς τα μέσα στο δωμάτιο από το μπράτσο μου και έκλεισε την πόρτα.
Απελευθερώθηκα από το δυνατό του κράτημα και τον αγριοκοίταξα.
"Μην με κοιτάς εμένα έτσι κοριτσάκι." είπε και ακούμπησε την πλάτη του πίσω από την κλειστή πόρτα με τα χέρια του σταυρωμένα στο σκληρό στήθος του και κοιτούσε κάτω.
Δεν του απάντησα και πήγα και κάθισα στο κρεβάτι του. "Θα μείνεις εδώ;" τον ρώτησα και τον κοίταξα.
Με κοίταξε και εκείνος. "Οκ" είπε ξερά και προχώρησε προς το μπαλκόνι.
Μα καλά που πάει; Βγήκε έξω και έκατσε σε μια καρέκλα χαζεύοντας τον ουρανό με τα αστέρια.
Εγώ ξάπλωσα και σκεπάστηκα. Και όταν εννοούσα να μείνει, εννοούσα εδώ, δίπλα μου, στο κρεβάτι, όχι γενικά στο δωμάτιο. Θεέ μου μια ζωή ζώα αυτά τα αγόρια. Βέβαια θα ήθελα πολύ να μάθω πως στο καλό βρέθηκα εδώ και τι είχε γίνει. Με αυτές τις σκέψεις αποκοιμήθηκα.
Πλευρά Σταύρου :
"Θα μείνεις εδώ;" με ρώτησε και με κοίταξε.
"Οκ" της είπα ξερά και βγήκα έξω στο μπαλκόνι.
Έκατσα σε μία από τις τέσσερις καρέκλες και κοιτούσα τον ουρανό αλλά το μυαλό μου ταξίδευε αλλού. Στο πάρτυ πριν κάτι ώρες....
~Στο Πάρτυ~
"Ρε αυτές μας άφησαν." μου είπε ο Γιάννης από δίπλα.
"Ναι, το κατάλαβα." του είπα φανερά εκνευρισμένος.
"Ώπα ρε, τι έγινε γιατί είσαι έτσι;" με ρώτησε.
"Ίσως, εάν δεν ερχόσουν εσύ και η γκόμενά σου τώρα, εγώ με την Χρυσάνθη θα φιλιόμασταν." του φώναξα με στην μούρη του.
Ήθελα τόσο πολύ να του χτυπήσω το κεφάλι στο πάτωμα αλλά έχε χάρη που είναι κολλητός μου αλλά και του Κωνσταντίνου.
"Καλά ρε συγνώμη!" είπε και φάνηκε στα αλήθεια να απολογείται επειδή μου έκανε χαλάστρα.
"Ντάξει ρε, κούλαρε." του είπα και τον χτύπησα ελαφριά στο μπράτσο.
Γύρισε, με κοίταξε και μου χαμογέλασε αχνά.
"Τέλος πάντων, θες να πάμε στον πάνω όροφο να κάτσουμε λίγο και να συζητήσουμε;" με ρώτησε.
"Οκευ, πάμε." του είπα καθώς αυτή τη στιγμή την έβλεπα να μιλάει με μια φίλη της εκεί στο μπαρ και είπα να μην την ενοχλήσω.
Ανεβήκαμε τα σκαλιά για επάνω και βγήκαμε στο τεράστιο μπαλκόνι.
"Λοιπόν για λέγε." του είπα καθώς έβγαλα το πακέτο με τα τσιγάρα από την κωλότσεπη.
"Τι να πω δηλαδή;" με ρώτησε.
"Ποια ήταν αυτή ίσως;" τον ειρωνεύτηκα καθώς έβγαλα τον αναπτήρα από την τσέπη του δερμάτινου μπουφάν μου.
"Αα, Ελένη την λένε. Μετακόμισε εδώ πρόσφατα και θα πάει και εκείνη τώρα Τρίτη Λυκείου." είπε και το πρόσωπό του φωτίστηκε.
"Μάλιστα, μάλιστα." του είπα καθώς έβγαζα ένα τσιγάρο από το πακέτο. "Σου αρέσει;" είπα καθώς το άναψα. "Αλήθεια θέλω" είπα και ρούφηξα μια τζούρα και άφησα να βγει ο καπνός από το στόμα μου σιγά σιγά.
"Εεε, ναι, μάλλον." είπε και με κοίταξε.
"Αχ ρε Γιάννη, πιστεύω πως σε κατέστρεψε." είπα κ άρχισα να γελάω.
"Μάλλον έχεις δίκιο." είπε και γέλασε και αυτός.
"Ρε, να σε ρωτήσω..ο Κωνσταντίνος που έχει εξαφανιστεί ρε;" τον ρώτησα και τον κοίταξα σοβαρά καθώς έπινα ακόμα το τσιγάρο μου.
"Νομίζω πως πρέπει να είναι με την Μαρία." μου είπε και μου έκλεισε το μάτι.
Ώστε έτσι. Σκέφτηκα.
Ξαφνικά μπήκε η Ελένη.
"Έλα ρε παιδιά, μα που είστε; Σας ψάχνω τόση ώρα!" μας φώναξε η Ελένη.
"Γιατί καλέ τι έγινε και μας ψάχνεις;" την ρώτησε ο Γιάννης.
Εκείνη φάνηκε να κοκκινίζει ελαφρά και σκεφτόταν σκεπτική για την απάντηση που θα μας έδινε.
"Απλώς επειδή φύγατε χωρίς να μας πείτε τίποτα" μας είπε και μας κοίταξε.
"Είπαμε να πάρουμε λίγο καθαρό αέρα." είπε ο Γιάννης.
"Ναι, και επειδή είδα που μιλούσε μαζί σου δεν ήθελα να σας ενοχλήσω." είπα και την κοίταξα. "Άλλωστε, εσείς μας αφήσατε στο σαλόνι και πήγατε προς το μπαρ χωρίς να μας πείτε τίποτα." είπα κάπως επιθετικά αυτή τη φορά.
Εκείνη έσκυψε το κεφάλι της. "Συγνώμη απλώς να..εκείνη με άρπαξε και με πήγε εκεί." απολογήθηκε.
"Ντάξει, τέλος πάντων." είπα και κοίταξα τον Γιάννη. "Που είναι τώρα;" την ρωτάω.
"Ποιά;" με ρωτάει με απορία στο βλέμμα της.
"Η Χρυσάνθη." της λέω και αποφεύγω να συναντήσω το βλέμμα της.
"Αααα..κάτω στο μπαρ την άφησα." είπε και με κοίταξε κατάματα.
Την κοίταξα και γω. "Πάω να την δω." είπα και πέταξα το τσιγάρο και το πάτησα.
"Καλή τύχη" μου είπαν και οι δύο με βλέμμα όλο νόημα.
"Και σε εσάς" τους είπα κλείνοντάς τους το μάτι.
Η Ελένη είχε κοκκινίσει από την ντροπή της και ο Γιάννης να έχει ένα στραβό χαμόγελο και φαινόταν ότι ένιωθε άβολα.
Κατέβηκα γρήγορα τα σκαλιά και κατευθύνθηκα προς το μπαρ. Την είδα να είναι μόνη της και δίπλα στον πάγκο να είχε 7-8 άδεια μπουκάλια μπύρας.
Επιταχύνω λίγο το βήμα μου όταν είδα κάποιον να την πλησιάζει και να βάζει τα χέρια του στον ώμο της. Μου φαινόταν πολύ γνωστός αν και δεν ήταν στην ηλικία μας. Ήταν κάπου γύρω στα 45-50. Εκείνη την ώρα βλέπω την Χρυσάνθη να λιποθυμάει. Θεέ μου τι έκανε αυτός ο μαλάκας; Πήγε να την σηκώσει με τα χέρια του αλλά πριν καν προλάβει τον έσπρωξα προς τα πίσω. Τον γύρισα προς την μεριά μου για να αντικρύσω το πρόσωπό του. Ήταν αυτός! Ήμουν σίγουρος! Δεν ξεχνάω ποτέ τα πρόσωπα στη ζωή μου. Πόσο μάλλον την μάπα αυτουνού του πούστη!
Αφού ολοκλήρωσα την σκέψη μου δεν άργησα να ορμήξω απάνω του και να του σκάσω μια μπουνιά στη κωλομούρη του. Αυτός παραπάτησε και γύρισε να μου χώσει μια μπουνιά στο στομάχι αλλά τον πρόλαβε ο Γιάννης που ορμήξε απάνω του και του έριξε μια γερή κλωτσιά στα αριστερά πλευρά του.
"Σταύρο, πάρε την Χρυσάνθη από εδώ και φύγετε τώρα!" μου φώναξε καθώς με τα χέρια της που βρίσκονταν στον ώμο μου προσπαθούσε να με ταρακουνήσει.
"ΡΕ ΣΤΑΥΡΟ!" μου φώναξε μέσα στο αυτί μου.
Γύρισα και την κοίταξα για λίγο και έτρεξα προς την Χρυσάνθη. Πέρασα τα χέρια μου από την μέση της και την πήρα αγκαλιά σε στυλ νύφης.
Όλος ο κόσμος είχε γυρίσει και μας κοιτούσε. Δεν έδωσα σημασία και άρχισα να τρέχω ξανά στον δρόμο που είχαν κάνει οι συμμαθητές μας για να φύγουμε.
~ Τέλος από το πάρτυ. ~
Βγήκα έξω και κατευθύνθηκα προς το αυτοκίνητό μου. Άνοιξα την πόρτα και την έβαλα πίσω να ξαπλώσει ενώ εκείνη ακόμα ήταν αναίσθητη. Μπήκα και έκατσα στη θέση του οδηγού και ξεκίνησα για το σπίτι μου.
Μετά από 35 λεπτά είμασταν σπίτι μου. Την έβγαλα από το αμάξι μου και την πήρα αγκαλιά όπως πριν στο πάρτυ. Κατευθύνθηκα προς την εξώπορτα. Έβγαλα τα κλειδιά, με δυσκολία, και μπήκαμε μέσα και την έκλεισα. Προχώρησα λίγο και ανέβηκα τα σκαλιά σιγά σιγά γιατί ο πατέρας μου και η αδερφή μου λογικά θα κοιμόντουσαν. Δεν θα μπορούσε με καμία περίπτωση να ήταν ξύπνιοι 3 η ώρα τα ξημερώματα.
Έτσι έφτασα στο δωμάτιό μου. Άνοιξα την πόρτα και προχώρησα ευθεία. Την ακούμπησα μαλακά απάνω στο κρεβάτι μου και την σκέπασα.
Από τις σκέψεις μου με επανέφεραν στην πραγματικότητα οι φωνές της Χρυσάνθης.
"Άσε με σου λέω κτήνος! Φύγε από πάνω μου τώρα!" φώναζε συνέχεια.
Πετάχτηκα απάνω και μπήκα πάλι μέσα στο δωμάτιο. Την είδα να τρέμει και να στριφογυρίζει συνέχεια.
"Χρυσάνθη! Χρυσάνθη!" της φώναζα ενώ την είχα ακινητοποιήσει.
Ξύπνησε. Άνοιξε τα μελί ματάκια της σιγά σιγά και με κοίταξε. Ήταν τόσο όμορφη Θεέ μου. Πως δεν την είχα προσέξει ποτέ μου;..
"Σταύρο;" με ρώτησε νυσταγμένη.
"Ναι;" της είπα σιγανά.
"Σε παρακαλώ, ξάπλωσε δίπλα μου και μείνε κοντά μου." μου είπε και με κοίταξε.
"Χρυσάνθη, δεν ξέρεις τι λες, είσαι μεθυσμένη και είσαι σε φάση ύπνου." της ψιθυρίζω.
"Έλα βρε Σταύρο..σε παρακαλώ.." είπε και με φίλησε στο μάγουλο.
"Μικρή μου, μην αρχίζεις γιατί θα κάνω πράγματα που δεν θα μπορώ να ελέγξω." της είπα και την κοίταξα στα μάτια ενώ της χάϊδευα τα μαλλιά της.
"Μμ, σε παρακαλώ! Για εμένα την μικρή σου!" είπε και με κοίταξε με βλέμμα μικρού κουταβιού.
Δεν μπορώ να πιστέψω ότι το είπε μόλις τώρα αυτό.
"Καλά, καλά. Αλλά βρε μικρή μου, το πρωί είμαι σίγουρος ότι θα το μετανιώσεις." της είπα και την κοίταξα με θλιμμένο ύφος.
Τότε έβαλε τα χέρια της μέσα από τα μαλλιά μου και με τράβηξε πιο κοντά της.
"Δεν πρόκειται." μου λέει σιγανά.
Εγώ σηκώθηκα, έβγαλα τα ρούχα μου και ξάπλωσα με το μποξεράκι. Την τράβηξα κοντά μου και πέρασα το χέρι μου πάνω της.
"Καληνύχτα." της είπα στο αυτί.
"Καληνύχτα." μου είπε και κοιμήθηκε.
