Kεφάλαιο 10o
-Σταύρος-
Η ώρα ήταν 7 το πρωί. Οι πρώτες ακτίνες του ήλιου τρύπωναν μέσα στο δωμάτιο και το φώτιζαν. Ήμουν ξύπνιος. Είχε αποκοιμηθεί στην αγκαλιά μου και την κοιτούσα. Ήταν τόσο γλυκιά και τόσο γαλήνια. Δεν μπορούσα να πάρω τα μάτια μου από πάνω της. Την ήθελα δικιά μου και θα το έκανα. Σκηνές από το πάρτυ μου ερχόντουσαν στο μυαλό. 'Μα γιατί να εμφανιστεί αυτός ξανά;' σκεφτόμουν. Σηκώθηκα αργά, ώστε να μην την ξυπνήσω.
Πήγα προς το μπάνιο και μπήκα για ένα ντουζ. Το νερό που έτρεχε απάνω στο σώμα μου με χαλάρωνε και ξέχασα όσα είχαν συμβεί. Βγήκα έξω μετά από ώρα και φόρεσα το μποξεράκι και μια γκρι φόρμα μου. Γύρισα και την ξανακοίταξα. 'Θεέ μου' σκεφτόμουν. Πήγα προς την ντουλάπα και έβγαλα μια δική μου μπλούζα και πήγα κοντά της. Της έβγαλα από πάνω της τα σκεπάσματα. Της φόρεσα την μπλούζα με αργές κινήσεις και της τράβηξα από κάτω το φόρεμά της. 'Ευτυχώς που είναι στράπλες' σκέφτηκα και χαμογέλασα αχνά.
Γονάτισα και οι αγκώνες μου ακουμπούσαν στην άκρη του κρεβατιού. Την παρατηρούσα. Τόσο όμορφη. Δεν μπορούσα να αντισταθώ, ήθελα να την φιλάω. Να την φιλάω σαν να μην υπάρχει αύριο αλλά δεν γινόταν. Δεν με θέλει, δεν της αρέσω. 'Καλά, νομίζεις!' φώναξε μια φωνή μέσα μου. Κούνησα το κεφάλι δεξιά και αριστερά ελαφρά για να ξεχάσω την φωνή αυτή. Την κοίταξα. Τα καστανόξανθα μαλλιά της ήταν ατημέλητα και την έκαναν πολύ γλυκιά. Το πρόσωπό της ήταν ήρεμο και το στόμα της ήταν λίγο ανοιχτό. Χαμογέλασα στην σκέψη ότι μια τέτοια κοπέλα κοιμόταν στο δωμάτιό μου. Και τότε ορκίστηκα. Θα την προσέχω και δεν θα την αφήσω να την πάρει κανείς μακριά μου. Της χάιδεψα το μάγουλο με τον δείκτη μου και την φίλησα στο κούτελο. Χαμογέλασα ξανά. Σηκώθηκα από το πάτωμα και πήγα προς την πόρτα. Άγγιξα το πόμολο. Γύρισα και την κοίταξα. Την άνοιξα και βγήκα έξω.
Στον διάδρομο είδα την Νεφέλη γυρισμένη πλάτη σε εμένα και να κοιτούσε το κινητό της. Κάτι θα διαβάζε μάλλον.
''Καλημέρα αδερφούλα!'' την πλησίασα με το -ακόμα κολλημένο στο πρόσωπό μου- χαζοχαρούμενο χαμόγελό μου και ξαφνιάστηκε.
Γύρισε. ''Επ! Καλημέρα!'' είπε και με κοίταξε.
''Έλα πάαμεεε!'' είπα χαρούμενα και την έπιασα από το καρπό.
''Σιγά άνθρωπέ μου! Θα με σκοτώσεις!'' είπε και γέλασα κατεβαίνοντας τις σκάλες.
Κατευθυνθήκαμε προς την κουζίνα και άρχισε να φτιάχνει καφέ. Κάθισα απάνω στο πάγκο και την κοιτούσα.
Με κοίταξε. ''Λοιπόονν...;'' είπε. ''Προς τι αυτό το χαζοχαρούμενο χαμόγελο;'' ρώτησε και χαμογέλασε.
Γέλασα μαζί της. ''Τίποτα μωρέ..'' είπα.
''Χμμ..δεν σε πιστεύω αδερφούλη και λέγε τι έγινε εχθές στο πάρτυ..'' είπε και το χαμόγελο χάθηκε από τα χείλη μου και πήρα μια έκφραση θυμού. ''..καιι σήμερα το πρωί!'' τελείωσε και τα χαρακτηριστικά μου μαλάκωσαν.
''Εχθές στο πάρτυ μια χαρά ήταν και σήμερα το πρωί επίσης.'' είπα και χαμογέλασα.
''Καιι..πως την λένε;'' ρώτησε καθώς έβγαζε δύο κούπες από το ντουλάπι.
''Χρυσάνθη.'' είπα και το πρόσωπό μου έλαμπε.
''Την έχεις πατήσει άσχημα μεγάλε!'' με ειρωνεύτηκε και γέλασε.
''Μάλλον ισχύει!'' είπα και γέλασα και εγώ.
''Σου αρέσει ε;'' είπε και μου έδωσε την κούπα με τον καφέ μου.
''Έτσι πιστεύω'' είπα και κοίταξα έξω από το παράθυρο της κουζίνας.
''Μάλιστα..'' είπε μόνο και κατευθύνθηκε έξω από την κουζίνα προς το σαλόνι, μαζί με τον καφέ της.
Κοίταξα το μεγάλο ρολόι της κουζίνας και είδα ότι η ώρα ήταν 9 το πρωί πλέον. Ήπια 3 γουλιές από τον ζεστό καφέ μου και κατέβηκα από τον πάγκο. Ξεκίνησα να κάνω τοστ και να αλείφω φέτες με μέλι και μαρμελάδα και να βάζω χυμούς..
''Νεφέλη;'' φώναξα.
''Ναι;''απάντησε.
''Ο μπαμπάς που είναι;'' ρώτησα.
''Δεν ξέρω. Είπε εχθές το βράδυ, αφού έφυγες εσύ, να μην τον περιμένω γιατί θα γυρίσει αργά αλλά ακόμα δεν έχει εμφανιστεί.'' μου είπε και συνέχισε να βλέπει τηλεόραση.
Αχ, αυτός ο άνθρωπος. Μετά τον θάνατο της μαμάς είναι ακόμα σε αυτά τα χάλια. Και ας έχουν περάσει 10 ολόκληρα χρόνια. Κουνάω το κεφάλι μου πάλι για να απομακρύνω τις σκέψεις αυτές. 'Έλα Σταύρο! Συγκεντρώσου!' σκεφτόμουν.
''Νεφέλη, πήγαινε να φωνάξεις την Χρυσάνθη για πρωινό!'' της είπα και την άκουσα να ανεβαίνει τις σκάλες.
''Αχ, αυτό το κορίτσι, θα με τρελάνει!'' είπα στον εαυτό μου και γέλασα.
-Χρυσάνθη-
Έχω ξυπνήσει εδώ και μισή ώρα αλλά δεν λέω να σηκωθώ από το κρεβάτι. Έεε, δεν φταίω εγώ! Μα είναι τόσο μαλακό σαν να είναι φτιαγμένο από σύννεφα. 'Και τι δεν θα έδινα να κοιμόμουν εδώ για πάντα.' σκέφτηκα και χαμογέλασα.
Ξαφνικά ακούω βήματα στο διάδρομο και κλείνω τα μάτια μου γρήγορα. Η πόρτα ανοίγει. Όποιος και να είναι με πλησιάζει και νιώθω να στέκεται από πάνω μου.
''Γεια σου'' μου λέει σιγανά.
Ανοίγω τα μάτια μου αργά-για να το παίξω ότι μόλις τώρα ξύπνησα-και κοιτάζω τον άνθρωπο αυτό. Είναι τόσο γλυκούλα. Είναι μια κοπέλα και φαίνεται μικρότερή μου. Έχει μαύρα μαλλιά και μαύρα μάτια. Τα χαρακτηριστικά του προσώπου της-τα περισσότερα δηλαδή-έμοιαζαν του Σταύρου.
Κάθισε στην άκρη του κρεβατιού, κοντά μου.
''Γεια σου και σε εσένα.'' είπα και την κοίταξα.
Εκείνη έστρεψε το βλέμμα της στο πάτωμα. ''Πως σε λένε;'' με ρώτησε.
''Χρυσάνθη.'' είπα και τα μάτια της έπεσαν στα δικά μου. ''Εσένα;'' την ρώτησα.
''Εμένα με λένε Νεφέλη και είμαι η 15χρονη αδερφή του Σταύρου.'' είπε και μου χαμογέλασε.
''Χάρηκα!'' της είπα και της ανταπέδωσα το χαμόγελο.
Έμεινε για λίγο σιωπηλή. Η ματιά της στράφηκε προς την μπαλκονόπορτα. ''Είσαι η κοπέλα του αδερφού μου;'' είπε με σοβαρό ύφος και γύρισε σε εμένα.
Έμεινα σιωπηλή να την κοιτάζω. ''Όχι..'' είπα λίγο μετά και κοίταξα το ταβάνι κάπως θλιμμένη.
''Αα, συγνώμη απλώς επειδή είσαι εδώ, ξέρεις, σπίτι μας και στο δωμάτιό του, στο κρεβάτι του, με την μπλούζα του, ξαπλωμένη.'' είπε και μου έκλεισε το μάτι.
Την κοίταξα. Γούρλωσα τα μάτια μου και εκείνη κρατιόταν για να μην βάλει τα γέλια βάζοντας το χέρι μπροστά από το στόμα της. Κοίταξα κάτω από το πάπλωμα. 'Μα εγώ όταν κοιμήθηκα φορούσα το φόρεμα.' σκέφτηκα και την ξανακοίταξα.
''Ο Σταύρος μου είπε να έρθεις κάτω για πρωινό.'' είπε και μου χαμογέλασε.
''Έρχομαι σε λίγο.'' της είπα και της χαμογέλασα και εγώ.
Όταν τα πόδια μου στάθηκαν στο πάτωμα, η Νεφέλη είχε ήδη φύγει και είχε αφήσει την πόρτα ανοιχτή. Προχώρησα προς την μπαλκονόπορτα και τράβηξα τις άσπρες κουρτίνες που την στόλιζαν.Τέντωσα το σώμα μου μιας και είχα μουδιάσει. Την άνοιξα και βγήκα έξω. Πήγα προς τα κάγκελα και στάθηκα για λίγο να κοιτάζω το πίσω μέρος του σπιτιού. Από κάτω απλωνόταν ένας τεράστιος κήπος με μαραμένα λουλούδια. Υπήρχαν διάφορες μπάλες ποδοσφαίρου και παραδίπλα 2 παλιές χαλασμένες κούνιες. Δίπλα υπήρχε ένα μεγάλο τραπέζι χρώματος σκούρο καφέ και το στόλιζαν 4 πλαστικές άσπρες καρέκλες. Ο ήλιος με χτυπούσε κατάματα και αποφάσισα να ξαναμπώ μέσα.
Πήγα στο μπάνιο και έπλυνα την μούρη μου. Βγήκα από την ήδη ανοιχτή πόρτα του δωματίου και κατέβηκα κάτω. Παρατήρησα την Νεφέλη να κάθεται στον καναπέ βλέποντας στην τηλεόραση παιδικά και πίνοντας καφέ. Γέλασα χαμηλόφωνα στην σκέψη ότι και εγώ το κάνω αυτό τις περισσότερες φορές όταν βαριέμαι.
Κατευθύνθηκα προς την κουζίνα και τον είδα να είναι γυρισμένος σε εμένα πλάτη και να είναι χωρίς μπλούζα. Καιιι να και το πρώτο εγκεφαλικόοο. 'Έλα Χρυσάνθη! Συγκεντρώσου.' Μάλωσα τον εαυτό μου. Προχώρησα προς το μέρος του με αποφασιστικά βήματα και στάθηκα δίπλα του.
''Καλημέρα!'' αναφώνησα χαρούμενη.
Εκείνος τρόμαξε μιας και δεν με είχε δει να έρχομαι.
''Μέρα..'' είπε και έμεινα να τον κοιτάζω.
Σόρρυ τι; Μέρα; Το 'Καλή' ΠΟΥ ΠΗΓΕ; Ααα μήπως του την χαλάω κιόλας; Για αυτό; Θα τον πνίξω, θα τον σκοτώσω, θα του χώσω το μαχαίρι που κρατάει μέστο μάτι του!
''Τι κάνεις;'' είπα τάχα μου χαρούμενη.
''Μια χαρά εσύ;'' είπε και δεν με κοιτούσε.
''Καλύτερα δεν γίνεται!'' είπα και του χαμογέλασα με το ψεύτικο χαμόγελό μου.
Γύρισε το κεφάλι του και με κοίταξε. Δόξα σην κύριε με κοίταξε!
''Ναι ε;'' είπε και ξαναγύρισε στις φέτες που άλειφε.
Τώρα τι θέλει; Να πάω φυλακή για χάρη του;
''Ναι.'' είπα και τον παρατηρούσα.
Θεέ μου, τι κορμί είναι αυτό; Τι μάτια είναι αυτά; Τι όμορφα ατημέλητα μαλλιά είναι αυτά; Ο διάβολος τον έπλασε και με τιμωρεί ο Θεός στέλνοντάς μου τον; Τι αμαρτίες πληρώνω;
Γύρισε προς εμένα. ''Βλέπεις κάτι που σου αρέσει;'' μου είπε πονηρά.
Επανήλθα στην πραγματικότητα και τον κοίταξα στα μάτια. ''Τίποτα απολύτως!'' του είπα κοφτά και κοίταξα το ρολόι που υπήρχε στην κουζίνα αποφεύγοντας την ματιά του.
Άρχισε να ετοιμάζει το τραπέζι και ένιωθα το βλέμμα του απάνω μου τις περισσότερες φορές. Χαμογελούσε.
''Έχω κάτι το αστείο;'' τον ρώτησα σηκώνοντας το ένα φρύδι και σταυρώνοντας τα χέρια μου στο στήθος μου.
Γέλασε. ''Τα μαλλιά σου είναι ατημέλητα.'' μου είπε.
''Ενώ τα δικά σου είναι καλύτερα!'' τον ειρωνεύτηκα.
''Και η μπλούζα μου απάνω σου είναι μεγάλη.'' είπε και έγλυψε το κάτω χείλος του.
Με πλησίαζε επικίνδυνα και είχα φρικάρει. Ήμουν ήδη στριμωγμένη γιατί ακουμπούσα ήδη τον πάγκο της κουζίνας και με έφτασε. Η καυτή του ανάσα μου χαίδευε την μύτη και ανατρίχιασα. Έκλεισα τα μάτια μου. Δεν ήξερα τι θα έκανε και δεν θα ήθελα να μάθω! 'Έλα που δεν θες!' είπε η φωνή μέσα μου. Άνοιξα τα μάτια μου. Τον κοίταξα. Μείναμε εκεί για λίγο. Να κοιτάμε ο ένας του άλλου τα μάτια και να χανόμασταν.
''Χρυσάνθη..'' ψυθίρισε και πλησίαζε τα χείλη μου.
''Έτοιμο το πρωινό;'' είπε η Νεφέλη καθώς μπούκαρε μέσα στην κουζίνα.
Όταν την άκουσα έσπρωξα με δύναμη τον Σταύρο από μπροστά μου. Το έκανα με τόση δύναμη που έπεσε κάτω.
''Ναι, έτοιμο!'' είπα και της χαμογέλασα.
Εκείνη κοίταζε μία εμένα και μία τον Σταύρο κάτω στο πάτωμα.
''Συγνώμη που διέκ..'' είπε αλλά την πρόλαβα.
''Τι λες καλέ; Εμείς δεν κάναμε κάτι άλλωστε.'' είπα και εκείνη κοίταξε τον Σταύρο.
''Και τότε εγώ τι κάνω στο πάτωμα;'' με ρώτησε θέλοντας να μάθει τι δικαιολογία θα της έλεγα.
Γούρλωσα τα μάτια μου με την ερώτησή του και τον κοίταξα με δολοφονικό βλέμμα. Αυτή την στιγμή μέσα στο μυαλό μου τον είχα σκοτώσει με 18 διαφορετικούς τρόπους!
''Απλώς μου έδειχνε πως κάνει ραχιαίους'' είπα ήρεμα και την κοίταξα. 'Καιιι πιο σαχλή δεν μπορούσα να βρω' σκέφτηκα.
Με κοίταξαν και οι δύο και εγώ έκανα την αδιάφορη κοιτώντας έξω από το παράθυρο.
Εκείνος σηκώθηκε μόνος του από το πάτωμα και κοίταξε την αδερφή του για λίγο.
Καθίσαμε στο τραπέζι και ξεκινήσαμε να τρώμε.
-Σταύρος-
Αφού φάγαμε, η αδερφή μου της έδωσε κάποια ρούχα της. Δεν πίστευα ότι τα ρούχα της αδερφής μου θα έκαναν στην Χρυσάνθη...ούτε κατά διάνοια!
''Χρυσάνθη, είσαι σίγουρη;'' την ρωτάω καθώς είμαστε έξω από το σπίτι.
''Ναι Σταύρο. Μπορώ να πάω και μόνη μου σπίτι μου.'' μου είπε για χιλιοστή φορά.
Είχε προλάβει να κάνει μερικά βήματα για να φύγει αλλά την πρόλαβα και την άρπαξα από τον καρπό. Γύρισε και με κοίταξε έκπληκτη. Της έκλεισα το μάτι και αρχίσαμε να τρέχουμε προς το αυτοκίνητό μου. Την έβαλα μέσα και μπήκα και εγώ. Ξεκίνησα και άρχισε να μου δίνει οδηγίες καθώς δεν ήξερα το σπίτι της.
Φτάσαμε. ''Μην κουνηθείς!'' της είπα και βγήκα εγώ πρώτος. Πήγα προς την πλευρά της. Άνοιξα την δικιά της και της έτεινα το χέρι μου. Το έπιασε και την έβγαλα.
-Χρυσάνθη-
''Σε ευχαριστώ Σταύρο'' είπα και κοκκίνησα.
''Κανένα πρόβλημα'' είπε και μου χαμογέλασε.
Χωρίς να το σκεφτώ βρέθηκα στην αγκαλιά του. Εκείνος παραξενεύτηκε αλλά ανταπέδωσε. 'Χρυσάνθηη, ή τώρα ή ποτέ!' σκέφτηκα.
Βγήκα από την αγκαλιά του. ''Θες να έρθεις μέσα;'' ρώτησα και τον κοίταξα.
