Κεφάλαιο 11ο
Βγήκα από την αγκαλιά του και τον κοίταξα. "Θες να έρθεις μέσα;" τον ρώτησα.
Έδειχνε ότι το σκεφτόταν. "Χρυσάνθη, είσαι σίγουρη;" με ρώτησε μετά από λίγο.
"Ναι γιατί;" τον ρώτησα με απορημένο ύφος μιας και δεν καταλάβαινα γιατί έκανε έτσι.
"Εε, να μπορεί να είναι οι γονείς σου και τέτοια και εντάξει.." είπε.
Άρχισα να γελάω. "Αμάν βρε Σταύρο! Ηρέμησε λίγο. Δεν είσαι δα και το αγόρι μου για να έχεις τέτοιο άγχος." του είπα και τον κοίταξα.
'Κι όμως! Αυτό είναι το πρόβλημα..ΔΕΝ είσαι το αγόρι μου..' σκέφτηκα.
"Ναι όντως." είπε και γέλασε.
"Έλα!" του φώναξα και τον άρπαξα από το χέρι.
Τον έσυρα μέχρι την πόρτα και άνοιξα με τα κλειδιά μου.
"Καλημέραα!" φώναξα και κατευθυνθήκαμε προς την κουζίνα.
"Καλημέρα αγάπη μου." μου είπε ο μπαμπάς μου και κοίταξε τον Σταύρο.
"Καλημέρα μωρό μου." είπε η μαμά μου κρατώντας ένα δίσκο με μπισκότα.
Όλα τα βλέμματα ήταν στραμμένα προς τον Σταύρο. "Γεια σας" είπε διστακτικά.
"Γεια σου και σε σένα" είπαν και οι δύο και τον κοίταξαν λίγο περίεργα.
"Λοιπόν, πως τα περάσατε εχθές;" ρώτησε ο μπαμπάς μου.
Εγώ με τον Σταύρο δεν μιλούσαμε και κοιτούσαμε το πάτωμα.
"Μια χαρά." είπε ο Σταύρος, προσπαθώντας να γίνει πειστικός.
"Μάλιστα..καιι..." πήγε να πει αλλά τον διέκοψα.
"Καιι η Μαρία που είναι;" ρώτησα για να αλλάξω το θέμα.
"Μαζί σας δεν ήταν;" ρώτησε η μητέρα μου και με κοίταξε.
"Η αλήθεια είναι ότι σε μια στιγμή την έχασα από τα μάτια μου αλλά πιθανόν να.."είπα αλλά με διέκοψε η μαμά μου.
"Παναγία μου!" είπε και πετάχτηκε πάνω γιατί καθόταν σε μία από τις καρέκλες.
"Ρε μαμά ηρέμησε λίγο..είμαι σίγουρη πως.."πήγα να πω πάλι αλλά με διέκοψε ξανά η φωνή της.
Είχε αρπάξει ήδη το τηλέφωνο και ο άνθρωπος από την άλλη γραμμή το είχε σηκώσει.
"Ναι; Ναι; Αα γεια σας, μια εξαφάνιση θα ήθελα να σας πω.." ξεκίνησε να λέει η μητέρα μου.
Της άρπαξα το τηλέφωνο από το χέρι και το έκλεισα στα μούτρα του αστυνομικού. "Ρε μαμά, πας καλά; Τι κανείς;" την ρώτησα και με κοίταξε.
Ο μπαμπάς μου και ο Σταύρος προσπαθούσαν να συγκρατηθούν για να μην βάλουν τα γέλια.
"Βρε κόρη μου σου φαίνεται λογικό;" με ρώτησε πανικόβλητη.
"Ρε μαμά ηρέμησε λίγο! Το πολύ-πολύ να είναι με το αγόρι της." της είπα και ο Σταύρος με κοίταξε περίεργα.
"Τέλος πάντων" είπε ο πατέρας μου.
"Θα κάτσετε να φάτε;" με ρώτησε η μητέρα μου.
"Όχι, έχουμε ήδη φάει." της είπα και χαμογέλασα.
"Αα, καλέ ξέχασα!" φώναξα και με κοίταξαν όλοι. "Μαμά, μπαμπά, από εδώ ο Σταύρος. Σταύρο, απο εδώ η μητέρα μου, Κατερίνα και ο πατέρας μου, Χρήστος." είπα και τους σύστησα.
"Χάρηκα." είπε ο Σταύρος.
"Και εμείς." είπε η μητέρα μου.
"Εμμ εμείς θα πάμε απάνω στο δωμάτιό μου να κάτσουμε. Θέλετε κάτι;" τους είπα.
Με κοίταξαν. "Όχι" είπαν ξερά και συνέχισαν να τρώνε.
'Πολύ περίεργοι.' σκεφτόμουν καθώς ανεβαίναμε τα σκαλιά.
"Εδώ είναι." του είπα και άνοιξα την πόρτα.
Μπήκαμε μέσα και κάτσαμε στο κρεβάτι μου. Το παρατηρούσε αλλά δεν μιλούσε.
-Σταύρος-
"Πως σου φαίνεται;" με ρώτησε.
"Όπως κάθε δωμάτιο ενός 17χρονου κοριτσιού." γέλασα και της έκλεισα το μάτι.
Κοκκίνισε. Μπορούσα να το δω. Κοιτούσε κάτω.
"Γιατί μου είπες να έρθω εδώ;" την ρώτησα.
Κοίταξε απέναντι. "Να μου πεις τι έγινε εχθές." είπε μετά από λίγο.
Κοίταξα κάτω. 'Τι να της πω τώρα;' σκέφτηκα.
"Χμμ" ξεκίνησα να λέω. "Απλώς ήπιες πολύ και λιποθύμησες και σε πήγα σπίτι μου γιατί δεν ήξερα που ήταν το δικό σου. Αυτό." της είπα κοιτώντας αλλού.
"Μάλισταα. Εντάξει μάλλον ναι γιατί θυμάμαι ότι ήπια αρκετά και μιλούσα με τον μπάρμαν και μετά αισθάνθηκα δύο χέρια στους ώμους και αυτό...εσύ ήσουν;" με ρώτησε.
'Σκέψουυυ' έλεγα μέσα μου. "Ναι, ναι εγώ" είπα και της χαμογέλασα.
"Αα ωραία χαίρομαι." είπε και κοκκίνισε.
"Ναι.." είπα και συνέχισα να της χαμογελάω.
Επικράτησε μια σιωπή αλλά όχι πολύ άβολη.
Εκείνη την στιγμή χτυπάει το κινητό μου και το κοιτάω. "Άγνωστο;" ρωτάω τον εαυτό μου. "Με συγχωρείς λίγο." της είπα και σηκώθηκα.
Δεν περίμενα την απάντησή της και βγήκα έξω από το δωμάτιο.
"Παρακαλώ;" ρώτησα.
"Σταύρο;" είπε.
"Εσύ;" ρώτησα και το έκλεισα.
"Τα νεύρα μου" είπα και έριξα μια γροθιά στον τοίχο.
Η Χρυσάνθη βγήκε. "Σταύρο; Είσαι καλά;" με ρώτησε.
"Ναι μια χαρά, απλώς κάτι θυμήθηκα." είπα και άρχισα να χαλαρώνω.
"Καλά..θες λίγο νερό;" ρώτησε ευγενικά.
"Όχι Χρυσάνθη σε ευχαριστώ. Πρέπει να φύγω." της είπα κοιτώντας τις σκάλες.
-Χρυσάνθη-
"Σίγουρα;" ρώτησα και κοίταξα κάτω με θλιμμένο ύφος.
"Ναι, με συγχωρείς." μου είπε και μου έδωσε ένα καθησυχαστικό χαμόγελο.
"Καλά" είπα θλιμμένα.
Χωρίς να το καταλάβω με είχε βάλει στην αγκαλιά του. Ξαφνιάστηκα αλλά ανταπέδωσα. Και μείναμε έτσι για λίγο χωρίς να μιλάμε.
Μετά από λίγο έφυγε. Και έμεινα εκεί να κοιτάω την κλειστή πόρτα. 'Περίεργο' σκέφτηκα.
Μπήκα στο δωμάτιό μου και ξάπλωσα. Κοιτούσα το ταβάνι. 'Μου λέει αλήθεια; Ήταν όντως εκείνος εχθές; Ποιός του τηλεφώνησε; Γιατί να νευρίασε τόσο; Γιατί έφυγε τόσο ξαφνικά; Γιατί με αγκάλιασε;' σκεφτόμουν. 'Μήπως τον έχω ερωτευτεί;' σκέφτηκα. Ακόμα και αυτή η σκέψη με τρομοκρατούσε.
'Περίμενε και αφού λιποθύμησα, τα κορίτσια που ήταν; Η Ελένη; Καλά εκείνη πήγε να τον ψάξει αλλά να βρει και τον Γιάννη. Η Μαρία; Είχε εξαφανιστεί από την αρχή. Κάνε να είναι με τον Κωνσταντίνο Θεέ μου! Δεν θα αντέξω αν την έχει πάρει κάποιος άλλος..μήπως να πάρω κανένα τηλέφωνο; 12 το μεσημέρι. Εε δεν μπορεί να κοιμάται. Ας πάρω την Μαρία, μιας και το τηλέφωνο της Ελένης δεν το έχω!' σκέφτηκα.
Σηκώθηκα, πήρα το κινητό μου και σχημάτισα το τηλέφωνό της. Χτυπούσε. Επέμενα αλλά τίποτα. Το έκλεισα.
"Μα που να είναι;" είπα στον εαυτό μου και ξάπλωσα ξανά.
Έκλεισα τα μάτια μου και έμεινα εκεί για λίγο.
