Κεφάλαιο 15ο
-Σταύρος-
Βγήκα από το σπίτι της Χρυσάνθης σαν κυνηγημένος. Γιατί να μου τηλεφώνησε αυτός τώρα; Τόσο καιρό εγώ με την Νεφέλη και τον πατέρα μου είχαμε ησυχάσει και τώρα ξαναβρίσκεται για άλλη μια φορά μπροστά μας αυτός.
Μπήκα μέσα στο αυτοκίνητο και άρχισα να κοπανάω το τιμόνι από θυμό. Τι θα έκανα με εκείνον; Έπρεπε να σκεφτώ γρήγορα αλλά δεν ήξερα τίποτα για αυτόν τον άνθρωπο. Βάζω μπροστά και ξεκινάω για το σπίτι μου. Είμαι χαμένος στις σκέψεις μου αλλά και συγκεντρωμένος στο δρόμο.
Φτάνω στην εξώπορτα και την ανοίγω. Αυτό που βλέπω με σταματάει.
''Όχι! Όχι! Σε παρακαλώ μηηη..." φώναζε η Νεφέλη.
Ο πατέρας μου την χτυπούσε. Τις είχε σκίσει τα ρούχα και της είχε κάνει μελανιές στο σώμα. Ήταν μεθυσμένος, φαινόταν.
Τον πλησίασα και τον έσπρωξα μακριά της. "Τι πας να κάνεις ρε;" του φωνάζω κοντά στο πρόσωπό του.
Μύριζε τσιγάρο και αλκοόλ. Αχ αυτός ο άνθρωπος Θεέ μου!
"Ότι θέλω θα κάνω!" μου φώναξε.
"Άσε την Νεφέλη ήσυχη! Δεν φταίει σε τίποτα!" του είπα.
Το κορμί της έτρεμε και δάκρυα κυλούσαν από τα μάτια της. Δεν μπορούσα να την βλέπω σε αυτή την κατάσταση. Όχι.
Τα χέρια μου σφίχτηκαν. Έγιναν γροθιές. Έβραζα από μέσα μου. Είχα υποσχεθεί στη μητέρα μου ότι θα την πρόσεχα. Και αυτό θα έκανα!
Η γροθιά μου προσγειώθηκε στην μύτη του και άρχισε να τρέχει αίμα. Εκείνος ζαλίστηκε και παραπάτησε. Βρέθηκε στο πάτωμα. Έσκυψα από πάνω του και τον έπιασα από τον γιακά.
"Με αϊδιάζεις!" του είπα.
Τον έσυρα μέχρι την εξώπορτα και τον πέταξα έξω. "Αυτό να μην ξαναγίνει!" του φώναξα και έκλεισα την πόρτα με δύναμη.
Έτρεξα στην Νεφέλη. Εκείνη είχε πάθει σοκ από όλο αυτό. Την έβαλα μέσα στην αγκαλιά μου και την κράτησα ώστε να ηρεμήσει. Σηκωθήκαμε από το πάτωμα, στο οποίο ήμασταν, και κατευθυνθήκαμε προς την κουζίνα. Της έβαλα λίγο νερό και της το έδωσα. Το ήπιε και με κοιτούσε με μάτια γεμάτα φόβο.
Την έβαλα πάλι μέσα στην αγκαλιά μου και της χάϊδευα τα μαλλιά. "Ει, μικρή, τελείωσε!" της είπα τρυφερά και την φίλησα στο κούτελο.
Εκείνη με έσφιξε περισσότερο απάνω της.
Την στιγμή αυτή, την χάλασε ο ήχος του κινητού μου.
"Εε, ρε γαμώτο!" είπα δυνατά και ακούστηκε ένα γελάκι από εκείνη.
Βγήκε από την αγκαλιά μου και πήγε προς το σαλόνι.
Έβγαλα το κινητό μου από την τσέπη μου και απάντησα χωρίς να δω το όνομα.
"Ποιος;" είπα κοφτά.
"Έλα ρε μαλάκα!" είπε.
"Ωπ, Κωνσταντίνε! Πως και από τα μέρη μας μεγάλε; Μας θυμήθηκες;" του είπα ειρωνικά.
"Μαλάκα κόψε τις μαλακιές και έλα στο νοσοκομείο!" είπε.
"Τι;!" φώναξα. "Σε ποιο;...Έρχομαι!!" είπα βιαστικά.
"Νεφέλη μου, σήκω φεύγουμε!" της είπα.
"Που πάμε;" ρώτησε όλο περιέργεια.
"Νοσοκομείο." της απάντησα.
"Γιατί;" ρώτησε.
"Κάτι έπαθε ο Γιάννης και επίσης θα ήθελα να σε δει και κάποιος γιατρός." της είπα.
"Μα ρε Σταύρο, δεν θέλ.." είπε αλλά την διέκοψα.
"Νεφέλη, δεν ακούω κουβέντα! Πήγαινε βάλε γρήγορα ρούχα και έλα σε 10 λεπτά." πρόσταξα.
Σηκώθηκε και άρχισε να ετοιμάζεται.
Μπήκαμε στο αυτοκίνητο και ξεκινήσαμε. Φτάσαμε στο νοσοκομείο 20 λεπτά αργότερα.
-Ελένη-
Ο Σταύρος μπήκε μέσα μαζί με ένα κορίτσι δίπλα του που φαίνεται μικρότερό μας.
''Γεια παιδιά.'' είπε ο Στάυρος.
''Γεια.'' είπα εγώ με τον Κωνσταντίνο μαζί.
Παρατήρησα το κορίτσι. Τα μάτια της ήταν κατακόκκινα.
''Τι έγινε; Είναι καλά;'' μας ρώτησε ο Σταύρος.
Εγώ με τον Κωνσταντίνο κοιταχτήκαμε. ''Μια χαρά είναι. Έδωσα αίμα γιατί είχε χάσει αρκετό και όλα πήγαν μια χαρά. Τώρα περιμένουμε πότε θα ξυπνήσει.'' είπα και έσκυψα το κεφάλι μου.
''Μάλιστα..'' είπε ο Σταύρος.
''Γνωρίζεστε;'' ρώτησε ο Κωνσταντίνος.
''Ναι. Στο πάρτυ γνωριστήκαμε.'' είπε και έτρυψε το σβέρκο του από την αμηχανία.
Δεν μίλησε κανείς. Τα μάτια μου ήταν καρφωμένα στην μικρή. Τα μαύρα μάτια της φανέρωναν φόβο και είχε κάποιες μελανιές στο προσωπάκι της. Κοίταξα τον Σταύρο. Μόλις με είδε κοίταξα ξανά την μικρή και μετά πάλι εκείνον.
''Αα.. από εδώ η Νεφέλη, η αδερφή μου'' είπε.
''Χάρηκα..Ελένη.'' είπα και της χαμογέλασα.
Εκείνη με κοίταξε και μου χαμογέλασε όσο μπορούσε.
''Μας συγχωρείται, πρέπει να μιλήσουμε σε έναν γιατρό.'' είπε.
''Μα ρε Σταύρο, δεν θέλω.'' παραπονέθηκε εκείνη.
''Νεφέλη, μίλησα.'' είπε και την κοίταξε έντονα.
Εκείνη δεν μίλησε. Έσκυψε το κεφάλι της και άρχισαν να προχωράνε σε κάποιους από τους γιατρούς. Μόλις έφυγαν έκατσα σε μία από τις άσπρες εκείνες καρέκλες. Το ίδιο έκανε και ο Κωνσταντίνος.
Περιμέναμε για ακόμα μία φορά υπομονετικά να μας ειδοποιήσουν ότι ξύπνησε ή έστω να τον επισκεφτούμε για λίγο. Εκείνος με τους αγκώνες να ακουμπούν τα γόνατά του και οι παλάμες του στο πρόσωπό και εγώ με το βλέμμα κενό στον άσπρο τοίχο.
