Κεφάλαιο 16ο
-Χρυσάνθη-
Και είμαι ακόμα στο δωμάτιό μου και έχω τα μάτια κλειστά. Ένα κουδούνι όμως με κάνει να τα ανοίξω. Πετάγομαι απάνω και βγαίνω έξω από το δωμάτιο. Κατεβαίνω με φόρα τις σκάλες αλλά πριν προλάβω να ανοίξω την πόρτα με προλαβαίνει η μητέρα μου.
"Μαρία;" λέει.
Στο άκουσμα του ονόματος τσιρίζω από χαρά και βγαίνω έξω σπρώχνοντας την μάνα μου που είχε βάλει το ένα χέρι της στην καρδιά από την τρομάρα που πήρε. Πήδηξα απάνω στην Μαρία και εκείνη λίγο έλειψε να πέσουμε κάτω από την φόρα μου.
"Καλέ εσύ θα με σκοτώσεις!" είπε η Μαρία γελώντας.
"Ναι, και εμένα θα με ξεκάνει!" είπε η μαμά μου.
Εγώ απλώς γελούσα με το συμβάν.
Άρπαξα το καρπό της Μαρίας και την τράβηξα μέσα στο σπίτι και η μαμά μου έκλεισε την πόρτα. Και εκεί που πήγαμε να ανεβούμε τις σκάλες, εμφανίστηκε ο πατέρας μου από την κουζίνα.
"Γεια σου Μαρία." είπε και χαμογέλασε.
"Γεια σας κύριε Χρήστο." είπε εκείνη.
"Ευτυχώς που ήρθες από μόνη σου και δεν χρειάστηκε η βοήθεια της αστυνομίας." είπε κοιτώντας την μαμά μου και πνίγοντας ένα γελάκι.
Η Μαρία που δεν το κατάλαβε με κοίταξε με το βλέμμα της απορίας της.
"Κάποια άλλη στιγμή." της είπα σιγανά. "Εμείς θα πάμε στο δωμάτιό μου. Θέλετε κάτι;" ρώτησα τους γονείς μου.
"Όχι, εντάξει." είπε η μαμά μου, ενώ ο μπαμπάς μου κούνησε αρνητικά το κεφάλι του.
Την έσπρωξα μέχρι το δωμάτιο και κλείδωσα την πόρτα πίσω μου. "Και τώρα οι δυό μας." της είπα με βλέμμα όλο νόημα.
"Ωχχ.." αναφώνησε.
"Σσσ" της είπα βάζοντας τον δείκτη μπροστά από το στόμα μου.
Έσπρωξα το γραφείο λίγο προς τα μπρος, έβαλα δυο καρέκλες από την μία μεριά του γραφείου αλλά και από την άλλη. Την έβαλα να κάτσει στην μία από αυτές. Έκλεισα τις κουρτίνες αλλά και τα μπαντζούρια. Έβγαλα όλα τα άχρηστα από πάνω από το γραφείο μου και άφησα ένα τετράδιο και ένα στυλό. Έβαλα τη λάμπα που είχα στο κομοδίνο μου και την τοποθέτησα στο γραφείο και την άναψα και έκλεισα τα φώτα του δωματίου. Τέλος έκατσα στην άλλη καρέκλα, πίσω από το γραφείο, και την κοιτούσα επίμονα.
Η ανάκριση μόλις άρχισε.
-Μαρία-
Είναι τρελή! Δεν υπάρχει άλλη εξήγηση!..Έκανε το χώρο έτσι, ώστε να μοιάζει σαν αυτά τα δωματιάκια που έχουν στο αστυνομικό τμήμα και περνάς από ανάκριση. Έεεε...όταν λέω εγώ ότι η κοπέλα ειναι για δέσιμο, κάτι ξέρω και γω τόσα χρόνια!..
Και άρχισαν και οι ερωτήσεις τις. Το έχω πει ότι πρέπει να κόψει τις αστυνομικές σειρές αλλά αυτή; Του κεφαλιού της όπως πάντα!
''Λοιπόν κυρία Παπά, εχθές ήταν Παρασκευή βράδυ σωστά;'' ρωτάει και ανοίγει το τετράδιό της.
''Μάλιστα'' απαντάω.
Σημειώνει κάτι.
''Και εχθές ήταν το πάρτυ του Κωνσταντίνου Κοντού, σωστά;'' ρωτάει και σηκώνεται από την καρέκλα.
''Ναι..'' απαντάω
''Μάλιστα...και παρευρεθήκατε στο χώρο εκείνο, έτσι δεν είναι;'' ρώτησε σηκώνοντας το ένα φρύδι της και σταυρώνοντας τα χέρια στο στήθος της.
''Ακριβώς.'' απαντάω.
''Και με ποιούς είσασταν;'' ρώτησε βάζοντας τις παλάμες τις στο θρανίο και πλησιάζοντάς με.
''Με..με τις κολλητές μου..'' απάντησα τρομάζοντας 'και καλά τώρα'.
''Οι οποίες είναι;'' ρώτησε και χαμογέλασε αχνά.
''Η Χρυσάνθη και η Ελένη.'' είπα κοιτώντας αλλού.
''Αχά!'' είπε κοπανώντας τα χέρια στο γραφείο.
Εγώ τρόμαξα και πάτησα μια τσιρίδα. Εκτός από τρελή, είναι και ηλίθια. Δεν εξηγείται αλλιώς.
Εκείνη έπνιξε ένα γελάκι και συνέχισε την ανάκριση.
''Καιι..πήγατε μαζί έτσι; Και κάτσατε μαζί τους.'' είπε και άνοιξε το συρτάρι του γραφείου. Από εκεί ξεπρόβαλε ένας γυάλινος χάρακας. Εεεε ρε γλέντια!
''Μάλιστα κυρία αστυνόμε.'' είπα και την κοίταξα.
''Ψέμα!'' είπε και χτύπησε το χάρακα στο θρανίο.
Έβαλα πάλι μια τσιρίδα και έπεσα κάτω από την καρέκλα από τον φόβο μου.
Έπνιξε ξανά ένα γελάκι. ''Σήκω πάνω!'' είπε σοβαρή.
Έβαλα τα χέρια μου πάνω στην καρέκλα, έβαλα δύναμη και σηκώθηκα. Μετά ξαναέκατσα.
''Έχω μάρτυρες όπου λένε πως χαθήκατε μόλις μπήκατε μέσα στο σπίτι και επίσης και ο ιδιοκτήτης του πάρτυ, στο όνομα Κωνσταντίνος έλειπε. Μήπως έχετε να πείτε κάτι για αυτό κυρία Παπά;'' είπε και έκατσε απάνω στο θρανίο.
''Ότι οι μάρτυρες είναι κουτσομπόλιδες κυρία αστυνόμε και δεν έχουν άλλη δουλειά από το να με παρακολουθούν!'' είπα σε στυλ ντίβας και σταύρωσα τα χέρια στο στήθος μου.
''Βρε τι μας λες!'' είπε γεμάτη ειρωνεία.
''Την αλήθεια.'' απάντησα και χαμογέλασα.
''Στο θέμα μας κυρία Παπά, στο θέμα μας!'' είπε κάπως νευριασμένη 'και καλά τώρα'. ''Είσασταν ή δεν είσασταν εξαφανισμένη;'' ρώτησε.
''Σας είπα πως ήμουν μαζί με τις κολλητές μου, τι δεν καταλαβένεται;'' ρώτησα επιθετικά.
''Κυρία Παπά λίγο σεβασμό δεν βλάπτει!'' είπε και σηκώθηκε από το θρανίο με τον χάρακα στο χέρι της.
''Και αυτό που περνάω εγώ βλάπτει όμως.'' είπα περισσότερο στον εαυτό μου.
''Είπατε κάτι κυρία Παπά;'' με ρώτησε.
''Όχι, όχι..'' είπα και σήκωσα τα χέρια μου ψηλά δείχνοντας πως παραδίνομαι.
''Πείτε μου την αλήθεια και θα σας αφήσω.'' είπε και με κοίταξε έντονα.
''Τι θέλετε να μάθετε;'' ρώτησα αγανακτισμένη.
''Που ήσασταν εξαφανισμένη και με ποιον.'' είπε και κάθισε ξανά στην καρέκλα, έχοντας το τετράδιο ανοιχτό και το στυλό στο χέρι.
''Εντάξει, εντάξει θα σας πω.'' είπα στο τέλος.
''Άντε κυρία μου, δεν έχουμε όλη την ώρα, έχω κι άλλες υποθέσεις να κάνω.'' μου είπε κοιτώντας το ταβάνι.
''Τώρα, τώρα.'' είπα. ''Λοιπόον...''
~Flashback~
Στο πάρτυ.
-Μαρία-
''Μπήκαμε μέσα και είχε πολύ κόσμο. Ο Κωνσταντίνος ήταν δίπλα μου και είχε περάσει το χέρι του στην μέση μου. Η Ελένη είχε χαθεί και την έψαχνα αλλά άδικως κόπος. Δεν την έβρισκα πουθενά. Η Χρυσάνθη ήταν δίπλα μου και κάτι σκεφτόταν και άρχισε να περιεργάζεται τον χώρο. Από μπροστά μας πέρασε ένα αγόρι με έναν δίσκο γεμάτο μπύρες και ο Κωνσταντίνος τον σταμάτησε.
''Επ, Γιώργο! Δώσε μας δυό μπύρες ρε μεγάλε.'' είπε και γέλασε.
''Πάρε ρε.'' είπε ο Γιώργος.
Ο Κωνσταντίνος μου πρόσφερε την μία που την είχε ανοίξει ήδη.
''Ορίστε.'' μου είπε και μου έκλεισε το μάτι.
''Σε ευχαριστώ'' είπα και του χαμογέλασα.
''Θες να πάμε πάνω στον δεύτερο όροφο;'' με ρώτησε.
''Ναι φυσικά!'' είπα. ''Εεε, Χρυσάνθη! Χρυσάνθη! Με ακούς; Πάω απάνω..! Χρυσάνθη!'' έλεγα αλλά δεν με άκουγε γιατί είχα χαθεί στις δικές τις σκέψεις.
''Πάμε;'' με ρώτησε εκείνος.
''Ναι, αφού δεν με ακούει αυτή και η άλλη έχει χαθεί κάπου εδώ, φύγαμε!'' είπα χαμογελαστή.
Ανεβήκαμε τις σκάλες και φτάσαμε μέσα σε ένα μπαλκόνι.
''Κωνσταντίνε;'' είπα.
''Ναι;'' ρώτησε.
''Είναι υπέροχα.'' είπα κοιτάζοντας το φεγγάρι.
''Για αυτό σε έφερα εδώ.''είπε και μου χαμογέλασε. ''Μαρία;'' ρώτησε και με κοίταξε.
''Ναι;'' είπα κοιτάζοντας μέσα στα καστανά του μάτια.
Κοίταξε το φεγγάρι και κατευθύνθηκε προς τα κάγκελα. Άκουμπησε εκεί και εγώ τον ακολούθησα. Τον ακούμπησα στους ώμους. Εκείνος γύρισε.
Έβαλε το ένα χέρι του στην μέση μου και το άλλο στο μάγουλό μου. Κοιταχτήκαμε στα μάτια. Χάθηκα σε μια στιγμή. Με ταξίδεψαν τα μάτια του σε μέρη μαγικά, με όμορφους κήπους και λουλούδια. Σε ένα μεγάλο άσπρο σπίτι με μια οικογένεια μέσα.
Άρχισε να με πλησιάζει. Κοίταζε μία τα μάτια μου και μία τα χείλη μου. Φιληθήκαμε. Θεέ μου!
Στην αρχή ήταν γλυκό και απαλό όμως στη συνέχεια μετατράπηκε σε άγριο και παθιασμένο. Όλο το σώμα μας ήταν μέσα στο παιχνίδι. Τα χέρια μου ήταν περασμένα στα σκούρα καστανά μαλλιά του και του τα τραβούσα ελαφριά. Τα δικά του ταξίδευαν σε όλο μου το κορμί και ανατρίχιαζα από το άγγιγμά του. Τα χείλη του κατευθύνθηκαν στο λαιμό μου και άρχισε να με φιλάει και κάποιες φορές με δάγκωνε. Οι αναπνοές μας ήταν βαριές.
Τον σταμάτησα. ''Κωνσταντίνε..'' είπα αλλά συνέχιζε να με φιλάει στο λαιμό. ''Κωνσταντίνε..'' ξαναείπα και τον τράβηξα λίγο ώστε να με κοιτάξει. Η απορία ήταν εμφανές στο όμορφο προσωπάκι του. ''Κωνσταντίνε, δεν..δεν μπορώ.'' είπα και τραβήχτηκα από τα χέρια του. Άρχισα να πηγαίνω προς τα πίσω βάζοντας τα χέρια μπροστά μου καθώς με πλησίαζε επικίνδυνα.
''Τι εννοείς με αυτό;'' είπε και άρπαξε τους καρπούς μου με δύναμη. Τα μάτια του σκούριναν επιτόπου.
''Κωνσταντίνε..με..με πονάς!'' είπα αλλά εκείνος με έσφιγγε περισσότερο.
''Λέγε!΄΄ μου φώναξε.
''Ρε Κωνσταντίνε, απλώς το ξέρω ότι παίζεις με τα κορίτσια και όλα αυτά και θα με πληγώσεις και άλλα πολλά!'' του είπα υψώνοντας τον τόνο της φωνής μου στο τέλος.
Ηρέμησε. Με άφησε και κατέβασε το κεφάλι. Προχώρησε προς τις σκάλες και κατέβηκε. Όμως τον πρόλαβα πριν ανοίξει η πόρτα.
''Κωνσταντίνε, σε παρακαλώ..'' είπα.
''Όχι Μαρία, έχεις δίκιο, δεν είμαι για σένα, γάμα το.'' μου απάντησε.
Βγήκα έξω και έτρεξα μακριά από εκεί. Έτρεχα, έτρεχα και σταμάτησα σε ένα μαγαζί. Μπήκα και πήρα μια βότκα.
''Τι καλύτερο από λίγο ποτό;'' είπα στον εαυτό μου.
Βγήκα έξω και άρχισα να περπατάω ώσπου έφτασα σε μια θάλασσα. Έβγαλα τα τακούνια και τα κρατούσα με το ένα χέρι. Κάθισα και είχα συντροφιά την θάλασσα, τον αέρα, το φεγγάρι, τα αστέρια και την βότκα μου. Άδειασα όλο το μπουκάλι και ξάπλωσα στην αμμουδιά.
''Ουυυυυυ, όοολα γυρίζουυυυν!'' έλεγα γελώντας.
Έκλεισα τα μάτια μου και το μόνο που άκουσα ήταν..
''Μαρία;'' και με σήκωσε στα χέρια του.
Ξύπνησα το πρωί σε ένα δωμάτιο, μαύρο. Και όμως δεν ήμουν μόνη. Ήταν και εκείνος μαζί, στο κρεβάτι.
''Κωνσταντίνε;!'' είπα έντρομη και τον σκούνταγα να ξυπνήσει.
''Μμμ..'' είπε.
''Σήκω μωρή αγελάδα που ροχαλίζεις.'' είπα χαχανίζοντας.
''5 λεπτάαααα'' παραπονέθηκε και γύρισε πλευρό.
Άρχισε να πονάει το κεφάλι μου και το έπιασα με τα δύο χέρια μου σφιχτά. Έβγαλα ένα επιφώνημα πόνου και τον ξύπνησα για τα καλά. Βγήκε έξω από το δωμάτιο σχεδόν τρέχοντας και μου έφερε ένα ποτήρι νερό και ένα ντεπόν.
''Πιες το.'' μου είπε.
''Ευχαριστώ.'' του είπα. ''Μηπώς μπορείς σε παρακαλώ να με πας στην Χρυσάνθη; Θα ανησυχεί, είμαι σίγουρη.'' είπα.
''Φυσικά, γιατί όχι;'' είπε κάπως νευριασμένος.
Βέβαια έπρεπε να φορέσω κανονικά ρούχα και μετά ήρθαμε εδώ.''
~Τέλος Flashback~
''..Aυτάαα...'' της είπα.
''Ενδιαφέρον.'' μου είπε και σηκώθηκε.
''Πως σου φάνηκε;'' την ρώτησα.
''Να μην σου πω καλύτερα πως τα έκανες.'' μου είπε.
''Σκατά Με Φράουλες ε;'' της είπα.
''Ακριβώς!'' είπε και χτύπησε τα χέρια στο γραφείο. ''Αχ βρε Μαρία, αχ βρε Μαρία!'' είπε.
Κατέβασα το κεφάλι κάτω. ''Πρέπει να βρούμε έναν τρόπο να τα φτιάξουμε γιατί τα έχεις κάνει...'' είπε σκεπτική.
''Ναι πρέπει.'' είπα και την κοίταξα. ''Γιααα έλα εσύ εδώ τώρα.'' της είπα και σηκώθηκα.
Εκείνη ήρθε και την έβαλα να κάτσει στην καρέκλα μου και πήγα και κάθισα στην δικιά της με ένα πονηρό ύφος. ''Και τώρα η σειρά μου, κυρία Δημητράκου!'' είπα χαρούμενα.
''Ωχχ..'' είπε εκείνη.
''Σσσ..'' της είπα. ''Λέγε μωρή χαζήηη!'' είπα και χαμογέλασα.
''Εεε..τι να πω και εγώ;'' ρώτησε.
''Ααα.. όχι και ότι δεν ξέρεται τι να πείτε κυρία Δημητράκου! Μην μου κάνεται εμένα την ανήξερη!'' είπα και την πλησίασα.
''Εεε..τίποτα το σημαντικό μωρέ. Απλώς νευρίασα που δεν βρήκα καμία από εσάς και πήγα στο μπαρ, χόρεψα μαζί με τον Σταύρο, βρήκα την Ελένη, γνώρισα τον μπάρμαν, μέθυσα, λιποθύμησα και ξύπνησα στο δωμάτιο του Σταύρου. Κοιμηθήκαμε μαζί και με ξύπνησε η Νεφέλη. Όχι μην φανταστείς! Η αδερφή του είναι. Πήγε να με φιλήσει αλλά ευτυχώς που μας έκοψε η αδερφή του, καταλάθως βασικά. Φάγαμε και επιστρέψαμε μαζί εδώ. Έκατσε για λίγο και έφυγε αφού του τηλεφώνησε κάποιος.'' μου είπε γρήγορα.
"Μάλιστα..καιι αυτό με τους αστυνομικούς που είπε πριν ο πατέρας σου τι ήταν;" την ρώτησα σηκώνοντας το ένα φρύδι.
"Όταν ήρθαμε εδώ με τον Σταύρο, ήταν κάπως άβολα καταλαβαίνεις. Και ρώτησα που ήσουν γιατί δεν ήξερα και υπέθεσα πως θα είχες περάσει από εδώ αλλά οι γονείς μου δεν ήξεραν κάτι και την μάνα μου την έπιασε πανικός και άρχισε να παίρνει τηλέφωνο στην αστυνομία αλλά στο τσακ την πρόλαβα να μην μιλήσει." μου εξήγησε.
Εε και όπως ήταν προφανώς, δάκρυσα από το γέλιο!
"Σοβαρολογείς;" την ρώτησα αφού συνήλθα.
"Ναι ρε! Αλλιώς η μάνα μου θα ζητούσε να βάλουν καμιά φώτο σου και σε ολόκληρη ταμπέλα στην εθνική οδό!" είπε και σκάσαμε ξανά στα γέλια.
"Δεν μπορώ να πω αλλά τα ομολόγησες γρήγορα!" της είπα μετά από λίγο.
"Ναι γιατί εγώ την θέλω την ζωούλα μου Μαρία!" είπε.
"Σε αυτό δεν έχεις και άδικο!" της είπα.
Και σκάσαμε για άλλη μια φορά στα γέλια.
