Κεφάλαιο 24ο
"Θες να σε πάω εγώ;" με ρώτησε.
"Την τύχη μου μέσα!" ψιθύρισα και γύρισα για να τον αντικρύσω. "Όχι, εντάξει είμαι..θα πάω με τα πόδια..δεν είναι μακριά!" είπα και χαμογέλασα άβολα.
"Έλα μωρέ, θέλω να σε πάω γιατί χρωστάω χάρη." είπε.
"Σε ποιον χρωστάς χάρη;" ρώτησα μπερδεμένη.
"Στο Θεό." απάντησε.
"Για πιο πράγμα;" ρώτησα περίεργη.
"Που έπεσες απάνω μου." είπε.
Κοκκίνισα. "Έλα σιγά τώρα καλέ, δεν πειράζει." Κοίταξα την ώρα στο κινητό μου. "Θεέ μου! Έχω αργήσει.." αναφώνησα.
"Τότε έλα να σε πάω, έχω το μηχανάκι." είπε και προχώρησε μπροστά.
"Νίκο σε ευχαριστώ αλλά θέλω να περπατήσω για να σκεφτώ κιόλας." είπα
"Να σκεφτείς τι;" γύρισε και με κοίταξε.
Κοίταξα αλλού. "Διάφορα." ξεροκατάπια.
"Σε παρακαλώ κάνε μου την χάρη και έλα." είπε και με πλησίασε. Φαινόταν απελπισμένος.
Μου κράτησε τους καρπούς απαλά. "Νίκο σε παρακαλώ.." είπα και με έσφιξε.
Με έφερε πιο κοντά του και με κοίταξε μέσα στα μάτια. "Νίκο συγνώμη αλλά όχι.." πήγα να φύγω αλλά με κράτησε σφιχτά σε σημείο που πονούσα."Νίκο...με πονάς.." είπα όσο μπορούσα..."Νίκο..ΑΦΗΣΕ ΜΕ!" φώναξα αλλά δεν ήταν κανείς. "Σε παρακαλώ.." είπα και άρχισα να βουρκώνω. Το καστανό των ματιών του είχε γίνει σχεδόν μαύρο.
"Σου είπε να την αφήσεις!" ακούστηκε μια φωνή.
Ο Νίκος τον κοίταξε. "Και σένα τι σε νοιάζει;" τον ρώτησε.
"Τι με νοιάζει; ΤΙ ΜΕ ΝΟΙΑΖΕΙ;" άρχισε να τα παίρνει και μας πλησίασε.
"ΝΑΙ ΡΕ! Για πες μου ποιο είναι το πρόβλημά σου;" τον ρώτησε ο Νίκος και ελάφρυνε λίγο το κράτημά του.
"Το πρόβλημά μου είναι ότι κρατάς στα χέρια σου το κορίτσι μου!" φώναξε.
Όχι! Αυτό δεν το είπε μόλις τώρα...
"Και τότε γιατί την άφησες εδώ να περιμένει;" τον ρώτησε.
"Δεν την άφησα! Πετάχτηκα να πάρω κάτι..άφησέ την τώρα!" είπε και τον έπιασε από το λαιμό, με αποτέλεσμα ο Νίκος να αφήσει τα χέρια μου για να πιάσει τα δικά του.
Ο Νίκος άρχισε και έβηχε και προσπαθούσε να πάρει αναπνοή. Πανικοβλήθηκα. "Σταύρο, όχι, μην το κάνεις, θα τον πνίξεις δεν αξίζει!" έλεγα για να τον ηρεμήσω. Του ταρακουνούσα τους ώμους για να συνέλθει.
Μετά από δεύτερα ηρέμησε και τον άφησε. Ο Νίκος έπεσε κάτω τρίβοντας τον λαιμό του και προσπαθώντας να πάρει ανάσες.
Με άρπαξε αγκαλιά. "Σταύρο είναι εντάξει..." είπα για να τον καθησυχάσω..
"Πάμε;" είπε και χαμογέλασε.
Νομίζω πως έλιωσα με το χαμόγελό του αυτή τη στιγμή.."Ναι, ναι πάμε.." είπα σαν μαγεμένη.
Μπήκαμε στο αυτοκίνητό του και ξεκίνησε. Για λίγη ώρα δεν μιλούσαμε και αποφάσισα να ανοίξω το ραδιόφωνο.. είχε ένα τραγούδι του Σχοινά!
"Ομορφαίνεις την ζωή μου...όταν βρίσκεσαι μαζί μου..και το πιο καλό σημείο..είναι αυτό με εμάς τους δύο.." έλεγα σιγανά τους στίχους..
Μέχρι που άκουσα και τον Σταύρο.."Ομορφαίνεις ότι αγγίζεις..τα κενά μου όλα γεμίζεις..και όταν πέφτω με ανεβάζεις..με πουλάς και με αγοράζεις.." έλεγε και εκείνους τους στίχους σιγανά.
"Ομορφαίνεις την ζωή μου..όταν βρίσκεσαι μαζί μου..!" είπαμε και οι δύο μαζί δυνατά και γελάσαμε.
Φτάσαμε απ'έξω από το σπίτι μου και κατεβήκαμε.
"Σε ευχαριστώ που με έφερες και που...με έσωσες.." είπα ντροπαλά και κοίταξα κάτω.
"Τίποτα καλέ." είπε τρίβοντας τον σβέρκο του. "Χαρά μου." συνέχισε και χαμογέλασε.
"Έλα Χρυσ, συγκεντρώσου! Εδώ και 3 λεπτά κάθεσαι και τον χαζεύεις! Πες κάτιιι...!" είπε μια σπαστικιά φωνή μέσα μου.
"Εμμ θες να έρθεις μέσα;" τον ρώτησα τελικά.
"Χρυσάνθη, συγνώμη αλλά έχω την Νεφέλη σπίτι μόνη της και με περιμένει." είπε με μια δόση λύπης στην φωνή του και κοίταξε κάτω. "Μπορείς όμως αν θες να έρθεις εσύ!" είπε και με κοίταξε με ελπίδα στα μάτια του.
Δεν ξέρω για πόση ώρα το σκεφτόμουν.."Ναι πρόσεξε μην το κάψεις!" είπε πάλι αυτή η φωνή. 'Μπορείς σε παρακαλώ να σκάσεις;' της αντιμίλησα. Τέλος πάντων.. Δεν ξέρω πόση ώρα το σκεφτόμουν αλλά τα μπλε μάτια του είχαν πάρει μια κουταβίσια έκφραση. "ΜΗΗ!ΜΗ ΚΑΝΕΙΣ ΕΤΣΙ!" φώναξε αυτή η φωνή.
"Μισό, να ρωτήσω." του είπα.
"Πρέπει κάποια στιγμή να σταματήσεις να υποκύπτεις στα κουταβίσια μάτια.." με μάλωσε η φωνή καθώς προχωρούσα προς την πόρτα του σπιτιού. 'Ωωωω σκάσε πια!' της είπα.
Άνοιξα την πόρτα. "Μαμά;" ρώτησα.
"Κουζίνα!" απάντησε και έτσι κατευθύνθηκα προς τα εκεί.
"Τι έγινε; Πως ήταν πρώτη μέρα;" ρώτησε.
"Μια χαρά." είπα ψέμματα. "Τι φαΐ έχει;" ρώτησα.
"Φασολάκια." είπε.
Έκανα μια έκφραση αηδίας. "Να φάτε!" είπα.
"Γιατί εσύ θα μείνεις νηστική;" ρώτησε.
"Αυτό ήθελα να σου πω τώρα.." άρχισα να λέω.
"Ωχχ, για λέγε.." είπε καθώς καθάριζε τα φασόλια.
"Μου είπε ο Σταύρος να πάω σπίτι του για φαΐ μπορώ;" την παρακάλεσα.
"Και γιατί δεν έρχεται εκείνος;" με ρώτησε.
"Γιατί είναι η αδερφή του σπίτι και τον περιμένει." είπα.
"Μάλιστα...εντάξει πήγαινε, αλλά μέχρι τις 11 το βράδυ θα έχεις επιστρέψει!" είπε και με κοίταξε σοβαρά.
"Μανούλα μου! Να σε φιλήσω!" είπα και της έδωσα 2 φιλιά και στα 2 μάγουλά της.
"Έλα, έλα σαλιάρα, άντε πήγαινε!" είπε καθώς έβγαινα από την κουζίνα.
"Μαμά!" φώναξα.
"Καλά, καλά." είπε. "Μην τον ξεκάνεις τον άνθρωπο!" φώναξε όταν άνοιξα την πόρτα.
"Αυτό κάνω πως δεν το άκουσα!" φώναξα.
Πήγα να βγω έξω αλλά η φωνή της με σταμάτησε..ξανά.."ΧΡΥΣ! ΧΡΥΣ!" τσίριξε.
Μπήκα πάλι μέσα. "Τι έγινε μαμά; Είσαι καλά;" την ρώτησα με το χέρι στην καρδιά.
Την είδα να στέκεται στην πόρτα της κουζίνας με το μαχαίρι στο χέρι της και τα 2 της χέρια μπροστά της σε φάση-'σταμάτα εκεί που είσαι'.... με πλησίασε και έφτασε μπροστά μου. Έβαλε το μαχαίρι στην μπροστινή τσέπη της ποδιάς και τοποθέτησε τα χέρια της στην μέση της. Κουνούσε το ένα πόδι της νευρικά στο πάτωμα.
Με κοίταξε με μισό μάτι. "Ζακέτα πήρες;" ρώτησε.
Όχι, όχι αυτό μόλις τώρα δεν το είπε. Την κοιτούσα με το βλέμμα της αγελάδας.
Χτύπησα το κούτελό μου με το χέρι μου και αναστέναξα. "Όλη αυτή η φασαρία για μια ζακέτα;" την ρώτησα. "Δεν κάνει κρύο ρε μάνα! Σεπτέμβριος είναι!" είπα αγανακτισμένη.
"Μπορεί το βράδυ να έχει κρυο ρε Χρυσάνθη..πάρε μια ζακέτα!" είπε.
Αφού επιτέλους πήρα την αναθεματισμένη την ζακέτα βγήκα έξω και με είδε ο Σταύρος.
"Η μάνα σου έτσι;" ρώτησε και κοίταξε την ζακέτα στα χέρια μου.
"Από μόνη μου πάντως, αποκλείεται να την πήρα!" είπα και γέλασε.
(..)
Όταν επιτέλους μπήκαμε στο σπίτι του, κατευθυνθήκαμε προς την κουζίνα και είδαμε το τραπέζι στρωμένο.
"Ήρθες Σταύρο;" ρώτησε μια φωνή πίσω μας. Γυρίσαμε και είδαμε την Νεφέλη.
"Ναι." της είπε και χαμογέλασε.
"Γειά σου Χρυσάνθη!" είπε χαρούμενη. "Χαίρομαι που σε ξαναβλέπω." είπε και κοίταξε τον Σταύρο για μια στιγμή. "Τρώμε;" είπε και καθίσαμε.
Αφού τελειώσαμε ο Σταύρος με άρπαξε από το χέρι και ανεβήκαμε απάνω στο δωμάτιό του.
"Καιι τι κάνουμε τώρα;" ρώτησε καθώς έκατσε δίπλα μου στο κρεβάτι.
"Δεν ξέρω." είπα.
Κοιταχτήκαμε για λίγο. Σηκώθηκε και πήγε στο λάπτοπ του. Μετά από μερικά λεπτά ακούστηκε το τραγούδι που ακούγαμε στο αυτοκίνητο :'Ομορφαίνεις την ζωή μου-Διονύσης Σχοινάς'.
Με κοίταξε, του χαμογέλασα. "Θα θέλατε να χορέψουμε όμορφη κυρία;" με ρώτησε και έτεινε το χέρι του προς το μέρος μου με ένα πλατύ χαμόγελο και τα μπλε μάτια του να γυαλίζουν.
Κοκκίνισα. "Μετά χαράς!" αναφώνησα και ακούμπησα το χέρι του.
Αρχίσαμε να χορεύουμε στο ρυθμό του τραγουδιού και όταν έμπαινε το ρεφρέν το τραγουδούσαμε δυνατά, χωρίς ντροπές.
----
Ωππ τι γίνεται; Εγώ μια χαρά πάντως χδ
Χμμ:3 βρε βρε! Για να δούμε τι γίνεται και στο κεφ αυτό!;) 1) ο Νίκος την πιέζει να την πάει σπίτι της..γιατί τόσο πολύ; 2)Ωπππ! Να και ο άντρακλας ο Σταύρος:3 την έσωσε από τον κακό τον λύκο(Ναι,ναι! Για τον Νίκο μιλάω..χιχιχ) 3) είχαμε μια συζήτηση μάνας και κόρης και η πιο κορυφαία στιγμή ήταν αυτό με την ζακέτα..ΧΑΧΑΧΑΧΑ εμένα μ'άρεσε:'( 4) τελικά πήγαν στο σπίτι του άντρακλα Χδ για φαΐ μαζί με την Νεφ 5) χόρευαν και τραγουδούσαν σε ένα πολύ ωραίο τραγούδι(είναι και πάνω, ακούστε το:ρ)
Καιι 6) τι θα γίνει στο επόμενο; Το μόνο στοιχείο που σας δίνω είναι το τρελό δίδυμο 'Κωνσταντίνου-Μαρίας!' χιχιχι<3
Μέχρι το επόμενοοο...
*ΦΙΛΙΑ* ντονατσάκια μου Χδ:') <3
-Ροδ:3'
